Υπάρχει ένα μέρος πανω στα βουνα της Ρουμελης, πολύ αγαπημένο. Ήταν, ένα μέρος που «πηγαίναμε». Δεν είχε σημασία πόσες φορές είχαμε πάει (που ήταν αρκετές, αλλά τελικά όχι τόσες πολλές όσο αισθάνεσαι ότι είναι αν κάτσεις και τις αναλογιστείς). Περισσότερο έχει σημασία ότι ήταν ένα μέρος που αργά η γρήγορα ήξερες ότι θα ξαναπάς και θα εισπράξεις λίγη από την ενέργειά του. Ένα μέρος που ήταν εκεί για σένα. Αγκυρα. Καταφύγιο.
Και ήταν – και είναι- ένα από εκείνα τα μέρη που ανθούν και τρέφονται ξεχωριστές αναμνήσεις. Αναμνησεις όχι μόνο συνειδητες (είναι σημαντικές κι αυτές) αλλά κατα βάση ασυνείδητες. Γιατί γυρνώντας από εκείνο το μέρος, δεν είναι τόσο αυτά που θυμάσαι που σε αλλάζουν, όσο αυτά που ένιωσες αλλα δε σχηματοποίησες. Είναι εκείνες οι εικόνες και οι ήχοι και τα συναισθηματα που πήγαν και φωλιασαν στις πιο βαθιές σπηλιές του νου σου, εκέι κάτω που δεν κυβερνά η λογική και οι αιτιακοί μηχανισμοί.
Είναι εκείνες οι εμπειρίες που καταγράφονται στα αθέατα του νου και πάνε και ριζώνουν μέσα στη α-συνείδηση μας και μας διαμορφώνουν από κάτω προς τα πάνω και μας κάνουν να είμαστε αυτοί που είμαστε.
Γιατί η ομορφιά και η γαλήνη και η εκτυφλωτική αιωνιότητα που ακτινοβολούν οι πέτρες και οι απρόσκοπτοι ουρανοί, είναι καλέμια πανίσχυρα. Κι αν βρουν το δρόμο προς τη ψυχή, ισως και να είναι και πιο αποτελεσματικοι διαμορφωτές της απο ότι είναι η λογική και η σκέψη. Οπως ο ανεμος και το νερό. Που αν τους απαλάξεις απο τη γελοιότητα του ανθρώπινου χρόνου, σμιλεύουν το βράχο πιο όμορφα και αποτελεσματικά από την καθε αξινα.
Αν η γαλήνη και η ομορφιά έχει υφή και υπόσταση, αυτή είναι σχεδόν χειροπιαστή στα εκεί πάνω. Χειροπιαστή σαν το γρασίδι της Βαθιάς Λάκκας, σαν τους πάγους στα ριζά στου Γκιώνη το πλάι. Σαν το γρασίδι στις ράχες της Σαράνταινας.
*****
Πηγαίναμε λοιπόν στη Βαθία Λάκκα. Μα κυρίως, ήταν πάντα εκεί για μας. Ακόμα και όταν δεν πηγαίναμε. Και πάντα στο μυαλό μας «θα ξαναπηγαίναμε».
Και μετα… μετά, πέρασαν οκτώ χρόνια.
Και δεν ξαναπήγαμε.
Έτσι απλά.
Μέχρι φέτος.
Άλλαξαν πολλά μεσα σε αυτα τα οκτώ χρόνια. Σοκαριστικά πολλά. Καποιοι πολυ σημαντικοι ήρθαν. Άλλοι πολυ σημαντικοι -περισσότεροι στον αριθμό- χάθηκαν για πάντα.
Και εγω; Αυτός που ανέβηκε στη Βαθιά Λάκα πριν από οκτώ ολόκληρα χρόνια; Τι σχέση έχει αραγε με αυτόν τον άνθρωπο που ανέβηκε προχθες;
*****
Υπάρχει αυτή η σκέψη που λέει ότι στη τροχιά της ζωής του κάθε ανθρώπου είναι πεπερασμένες οι στιγμές «από το κάθε τι». Και επιπλέον, ότι υπάρχει και μια τελευταία στιγμή, μια τελευταία, σκληρά διακριτή στιγμή, από κάθε τι το σημαντικό. Η τελευταία φορά που θα ζήσεις κάτι που αγαπάς πολύ.
Όπως υπάρχει και μια τελευταία κορύφωση, μια τελευταία σπουδαιότερη πραγμάτωση από κάθε τι σπουδαίο και ωραίο.
Υπάρχει μία διακριτή στιγμή που θα κάνεις την πιο δύσκολη, τη πιο όμορφη διαδρομή της ζωής σου. Μια διακριτή στιγμή που θα χορέψεις το πιο απολαυστικό χορό. Που θα γράψεις το ομορφότερο ποίημα. Μια διακριτή στιγμή που θα νιώσεις τη μεγαλύτερη ευτυχία, βρίσκοντας αυτό το πολύτιμο και σπάνιο flow σε αυτό που αγαπάς να κάνεις.
Είναι συγκεκριμένες οι φορές που θα ανέβεις στη Βαθιά Λάκκα. Και υπάρχει και μια τελευταία φορά που θα ανέβεις στη Βαθιά Λάκκα.
Και σχεδόν πάντοτε, όταν αυτή η τελευταία φορά εξελίσσεται, εσύ δεν το γνωρίζεις. Δεν έχεις ιδέα. Ότι είναι η τελευταία.
Και τελικά, τι θα άλλαζες αν το γνώριζες; Θα προσλάμβανες αλλιώς αυτή τη στιγμή αν ήσουν σίγουρος ότι δεν θα έχεις άλλη ευκαιρία;
Είναι συνάμα όμορφη και πολύ καταπιεστική σκέψη αυτή. Και το μόνο αντίβαρο στην απελπισία που φέρνει είναι να σκέφτομαι το Βενέτικο. Το συναίσθημα ότι σχεδόν πάντα μπορείς, αν θέλεις.
Αλλά κι αυτό, είναι «σχεδόν» ανακούφιση.
*****
Είχα πολύ το Νίκο μέσα μου αυτό το Σαββατοκύριακο στη Λάκκα. Και κυρίως τη νύχτα που έπεσα να κοιμηθώ κοιτώντας τα αστέρια. Και ήταν μαζί όμορφο και πολύ επίπονο να είμαι μέσα στο bivi sack του, στο bivy sack που μου χάρισαν οι γονείς του. Και να σκέφτομαι ότι ο Νικολάκης δε θα τα ξαναδεί αυτά τα αστέρια.
Και να σκέφτομαι όλους αυτούς τους ανθρώπους, τους τσοπάνηδες, τους κυνηγούς, τους παράνομους και τους αντάρτες που πέρασαν από τη Λάκκα μέσα στους αιώνες. Και που κοιμήθηκαν βλέποντας αυτά τα αστέρια και νιώθοντας τον ιδιο κρύο αέρα στο πρόσωπό τους και κάνοντας τις ιδίες, διαφορετικές, δικές τους σκέψεις.
Και που όλοι τους δεν υπάρχουν πια. Και δε θα ξαναυπάρξουν. Και δε θα ξανακάνουν τις ιδίες, διαφορετικές, σκέψεις.
Και δε θα ξαναδούν τα ίδια αστέρια
Και τελικά, ούτε και εμείς.


