“Ψήφισες;”
“Οχι.”
“Δεν ασχολείσαι ε;”
“Ασχολούμαι. Γενικά με νοιάζει.”
“Τότε τι έγινε; Δε πρόλαβες;”
“Μπα, ολη μέρα σπιτι ημουν. Kαθόμουν.”
“Αλλά τότε;”
“Κοιτα, είναι περίπλοκο. Δε θα καταλάβεις. “
“Καλά γιατί το λές αυτό; Θεωρείς οτι δεν ειμαι σε θέση να καταλάβω;”
“Δε νομίζω ότι είναι ενδιαφέρον για σένα.“
Το τελευταίο το πίστευε εκείνος, αλλα ήξερε οτι δεν ειναι και όλη η αλήθεια.
Ο άλλος τον κοίταξε κάπως δύσθυμα και δεν είπε κάτι παραπάνω.
Εκείνος ήξερε ότι και να εμπαινε στο κόπο να του εξηγήσει, και να τον έπαιρνε από το χέρι να τον οδηγήσει στο επιπονο μονοπάτι με τις μνημες που πονούσαν, ο άλλος δε θα τον ακολουθούσε μέχρι τό τέλος. Δεν τον ενδιέφερε πραγματικά να καταλάβει. Όπως δεν ενδιαφέρει σχεδόν κανέναν εκεί έξω να ακούσει.
Αλλα ήταν και κάτι παραπάνω από αυτό.
Ηταν οτι και να ήθελε, δεν θα ήταν και σε θέση να καταλάβει τα πράγματα για τα οποία θα του μιλούσε εκείνος. Δεν θα μπορούσε να καταλάβει τί ήταν εκείνα που χάθηκαν. Γιατί ο άλλος, όπως και όλοι οι άλλοι σαν κι αυτον, είχε περάσει όλη τη ζωή του διπλα στα θαυματα χωρίς να γνωρίζει την ύπαρξη τους. Ήταν εκεί, κάτω από τη μύτη τους και δεν είχε ιδέα. Δεν τα είχε ανακαλύψει, δεν τα είχε χαρεί, δε φανταζόταν καν ότι υπάρχουν. Δεν τον ένοιαζε στην τελική…
“Και τι θα έκανες αν δε δούλευες;” τον είχε ρωτήσει κάποτε; “Να πας για καφέ, μια, δυο, αντε να δεις και κανα φίλο, μετα απο λίγο θα βαριόσουν”. Αυτό του είχε πει και εκεινος είχε καταλάβει τότε ποσο διαφορετικος ηταν απο τον άλλο.
Και έτσι, όταν ήρθε η φωτιά και χάθηκαν όλα ξαφνικά, ο άλλος και ολοι οι άλλοι σαν και τον άλλο, δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι ήταν αυτά τα μαγικά που χάθηκαν και τι ήταν αυτός ο πόνος για τα χαμένα θαύματα.
Εκεινος ομως θρηνούσε απο το περασμένο καλοκαίρι αν και δεν το είχε συνειδητοποιήσει εντελώς. Μονο προχθες, που εκατσε να δει φωτογραφιες, να συνθεσει οικογενειακά αλμπουμ από όχι πολύ παλιά, κάπως τον χτύπησε η αληθεια. Και ειδε ποια ήταν η ζωή τότε, όχι πολύ παλία. Ποιό ήταν το νορμάλ, ποιά ήταν τα Σαββατοκύριακα. Τον χτύπησε οταν ξαναείδε τα θαύματα που χαθηκαν.
Και έτσι, αυτή την Κυριακή δεν μπόρεσε να πεισει τον εαυτο του να παει στη κάλπη οπως εκανε όλες τις προηγούμενες. Και δεν ήταν και λίγο. Έφτασε 45 χρονών και κάλπη δεν έχασε. Ούτε μια. Αλλο αν ποτέ δεν πιστευε αυτο που ψηφιζε. Καλά καλά απο τη μια κάλπη στην άλλη δε θυμόταν τι είχε ψηφίσει στην προηγούμενη. Αλλα πάντα επέμενε να πηγαίνει και πάντα έλεγε ότι “η δημοκρατία είναι κεκτημένο και δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο”. Και οτι “η ασκηση του δικαιώματος είναι σημαντική, για δηλώσεις το σεβασμό σου προς αυτό το κεκτημένο και να το κατοχυρώσει για το μέλλον”. Οπως επίσης ότι “αν δε πιστεύεις τους πρώτοδεύτερους ειναι σημαντικο να ψηφίζεις τουλάχιστον τους παρακάτω για να ανακόπτεις την ισχύ των ισχυρών”.
Ομως αυτή τη φορά, τίποτα από όλα αυτα δεν μπόρεσε να τον κανει να αντιπαρέλθει τη ματαίωση και το μηδενισμό που τον κατέλαβε οταν αντίκρυσε στις οχι και τοσο παλιες φωτογραφιες. Οταν αντίκρυσε τις βολτες στα δάση και στα βουνά εξω απο τα μονοπάτια, στις κρυμμένες λαγκαδιες και τις χαράδρες και τις σπηλιες που κρύβονταν μιση ωρα απο το τερατώδη μεγαλούπολη και που πέντε εκατομμυρια ψυχες ζουσαν διπλα τους και αγνοούσαν,
Και όχι μόνο. Πέντε εκατομμυρια ψυχες που θα πήγαιναν και θα ψήφιζαν εκεινους τους αθλιους που ηταν υπευθυνοι για τον χαμο των θησαυρών. Με την ολιγωρία τους , την αδιαφορία τους, μα κυριως με τις συνειδητές επιλογές τους.
45 χρονια προσηλωση σε μια δημοκρατια. Για να έρθει εδώ…
Σε τουτο το απόγευμα των εκλογών.
Που αντι να ειναι με την οικογένεια σε καποιο βουνό, ήταν στη “πλατεια για καφέ”γιατι βουνό δεν υπήρχε πία. Κι έτσι τον φέραν στα μέτρα τους. Ιδιο. Με τα άλλα 5 εκατομμύρια .
Και έτσι εγιναν ολα κάρβουνα. Και μαζι και η πίστη. Στο πολιτευμα. Και στους πολιτες.
Στο είπα. Δε θα καταλάβεις….














🥹🫶