Τα ομορφότερα ηλιοβασιλέματα είναι αυτα του όψιμου φθινοπώρου.
Μου λειπουν. Μου λείπει να τα βλέπω απο τη κορυφη της Αλογοπετρας μετα απο μια μερα γεματη σκαρφάλωμα και φίλους. Τότε που το σωμα ποναει ευχάριστα, τα χερια ειναι τραχιά απο τον κοφτερό ασβεστολιθο και ξερά απο τη μαγνησια. Τότε που όλο σου το “ειναι” μυριζει βράχο. Έχει τη δικιά του μυρωδιά ο βράχος και όποιος έχει σκαρφαλώσει το ξέρει καλά. “Μυρίζες βραχο” μου ελεγε η Δ οταν γυριζα σπιτι και με αγκάλιαζε. Και ξεραμε και οι δυο ακριβως τι εννοουσε.
Αυτά τα ηλιοβασιλέματα του Οκτώβρη και του Νοέμβρη στα βράχια εχουν χαραχθεί στο μυαλο μου σαν μια απο τις πιο ομορφες αναμνησεις. Και ενα τετοιο στοιχειωμένα ομορφο ηλιοβασιλεμα αντικρυσα και ακριβως δυο χρονια, το βράδυ ύστερα απο την κηδεια του Νικου. Οχι στα βράχια αλλα αναμεσα στις καμιδαδες και τα μπαλκόνια των πολυκατοικιών. Θυμαμαι, κοιταζοντας το, να βιώνω δυνατά τη φάρσα που μας επαιζε το συμπαν. Να τον αποχαιρετα η πουτάνα η φύση με τετοια ομορφια.
Πέρασαν ακριβώς δυο χρονια. Και με όλα αυτά που συμβαίνουν πασχίζω να καταλάβω. Ήμουν τα πρώτα σαράντα χρόνια της ζωης μου απίστευτα τυχερός; Ή τα τελευταια απίστευτά άτυχος; Αλλα μάλλον δεν είναι αυτός ο σωστός τρόπος να το σκέφτομαι. Γιατί ακόμα και αν ξεπεράσω την απωθητικά εγωκεντρικη σκοπιά αυτής της ανάγνωσης, ακόμα και έτσι, με όλα αυτά τα καταστροφικά και τρελά που συμβαίνουν το ένα πίσω από το άλλο, εξακολουθώ να αισθάνομαι ότι η θέση που μου δόθηκε σε αυτόν τον κόσμο ειναι προνομιακη. Κοιτάζω αυτα που έχω, και ντρέπομαι να δηλώσω άτυχος.
Οπότε μάλλον η πιο σωστή ερώτηση είναι. Ήταν πάντα ο κόσμος ένα τόσο επικίνδυνο και απειλητικο μέρος; Ήμουν εγώ απλά πολυ τυχερός και δεν βρέθηκα ποτέ στου διαόλου το διάβα; Που παρέμεινα ανυποψιαστος για την φύση του τρόμου; Ανυποψιαστος μπρος στην κρυφή ευαλωτότητα των βιολογικών μηχανών που είμαστε; Αυτή τη κακήν κακώς πλασμένη συρραφή πρωτεϊνών, σημάτων και πληροφορίας που με το ζόρι καταφέρνει και στέκεται και υπάρχει. Και που αργά η γρήγορα δεν υπάρχει. Ένα μεγάλο χάλι είμαστε, το έχεις καταλάβει; Ένα χάλι που σπάει και χαλάει με το τιποτα και για το τίποτα. Είναι σχεδόν απίστευτο το ότι υπάρχουμε, τη στιγμη που υπάρχουν τόσοι αμέτρητα πολλοί διαφορετικοί τρόποι να μας κανουν να μην υπάρχουμε.
“What a shitshow…” που μου είπε κάποτε και ενας βουδιστης μοναχός στο Kyanjin Gompa.
Πίσω στην ανισορροπια. Αυτη την επαναλαμβανόμενη κακοτυχία καταληγω να τη φαντάζομαι σαν το ταμειο μιας καρμικης ζυγαριάς. Και σε ενα νεο εγωκεντρικό κρεσέντο, τη λογίζομαι σαν ένα κοσμικό φύλλο προϋπολογισμού που καλούμαι να πληρώσω τα όμορφα και ξεχωριστά που εζησα στο παρελθον, με τρέχουσες προσωπικές καταστροφές ή/και σχεδόν καταστροφές.
Και ξέρω ότι όλο αυτό είναι ένα κατασκεύασμα του νου, ενας σπασμός του εγώ που παλευει με την κατάθλιψη, μια αδέξια αποπειρα του μυαλου να νοηματοδοτήσει το ανεξηγητο, να οριοθετήσει το χάος. Αλλα ρε γαμώτο, είναι και αλήθεια ότι για το φτωχό μου το μυαλό, η πλάση εγινε απότομα και ασύμμετρα δηλητηριώδης. Και έγινε μονόπατα επικίνδυνη και απειλητική. Και η αίσθηση της επικείμενης καταστροφής ήρθε και και ρίζωσε και χρωμάτισε τα πάντα με στάχτη.
* * * * *
Μπαινω σε πειρασμο να απαριθμήσω τις απώλειες και τα near misses, τα τρενάκια του τρόμου, που ζήσαμε και που γλιτώσαμε και εκεινα που δε γλιτώσαμε. Και τις καταστάσεις που μας κλεψαν χαρές για πάντα και εκεινες που δεν κατάφεραν να μας τις κλέψουν αλλα μας αφησαν ραγισμένους και σπασμένους. Και για τα συννεφα που παραμένουν και για το αγνωστο που παραμονευει.
Το αγνωστο που πια δεν είναι συνώνυμο της περιπέτειας αλλα της απειλής.
Και για τις ουλές.
Ο ιλιγγος, ειναι κι αυτος μια ουλη αρχιζω και υποψιάζομαι. Και εχει γινει μονιμος κατοικος στο κεφαλι μου. Και τα κανει ολα πιο δυσκολα. Και κανει πολυ δυσκολα αυτο το “καλα” που πρεπει να απαντησεις τη Δευτερα το πρωί, στη ρουτινιάρικη ερώτηση “Καλημέρα. Πως παει;”.
* * * * *
Ειπα μια ιστορια στην ψtheCat. Την είπα και μεσα απο αυτή κατάλαβα για πρώτη φορά τη κλιμακα και τη ταχυτητα ολου αυτου που εξελίσσεται.
Δύο χρόνια πίσω, όταν ανακαινίζαμε το σπιτι, ξηλώσαμε τη παλια σκαλα για να την αντικαταστήσουμε με μια καινούρια. Ο χωρος ήταν περιορισμενος με αποτέλεσμα η νέα σκάλα αν και πιο όμορφη, να ειναι καπως απότομη. Η Τζ. που ετοιμασε τα σχεδια (καλως) θεώρησε ότι μια ενδοτοίχια κουπαστη θα ηταν καλη ιδεα.
Οταν την ειδε, ο προ δύο ετών εαυτός μου, αναρωτήθηκε αν πράγματι χρειαζόμασταν αυτη την κουπαστη; Τι να την κανουμε, σκέφτηκα; Ειμαστε νεοι. Δυνατοι. Ικανοι. Σκαρφαλωνουμε. Τι να τη κανουμε τη κουπαστη για μια σκαλίτσα μέσα στο σπιτι. Υπεροψια; Αφέλεια; Αυταπάτη;
Μολις δυο χρονια μετα, έχουν αλλάξει όλα τόσο πολύ που είμαι ευγνώμων που τοποθετήθηκε αυτή τη κουπαστη. Όχι είκοσι χρόνια. Όχι δέκα. Δύο. Τόσο πήρε για να στραπατσάρει η ζωή τις αυταπάτες περί δύναμης και ικανότητας. Αυτή η κουπαστη με έκανε να συνειδητοποιησω ποσα άλλαξαν και κυρίως ποσο γρήγορα αλλαξαν. Και με ένα τρόπο μου επέτρεψε να συμπονέσω τον εαυτο μου και να ακούσω και λιγο πέρα από την κραταιά φωνη του αυστηρου κριτή που ενδημεί εξέχουσα μεσα στο κεφάλι μου. Αυτή η φωνη που επιτάσσει ότι δεν έχω λόγο να παραπονιέμαι, δεν έχω δικαίωμα στην αδυναμία. Δε μπορω να την εξαλείψω αυτή τη φωνη και για να ειμαι ειλικρινης, παρά τις παραινέσεις της ψtheCat, δε εχω πεισθεί και οτι θελω. Θελω να μου θυμιζει αυτη η φωνή οτι υπαρχει ενας πατερας σε καποια εμπολεμη ζωνη που βγάζει το παιδι του νεκρο μεσα απο τα χαλασματα. Ή το κουβαλαει τη πλατη για εκατονταδες χιλιομετρα διωκομενος απο αιμοσταγείς τρελους. Αυτοι ειναι ανθρωποι που περνανε δυσκολα. Όχι εγώ. Η ψtheCat μου λεει ότι αυτό δε μειώνει τη δικη μου εμπειρια όπως τη βιώνω. Ακουω αυτό που λεει η ψtheCat, αλλα δε μπορω και να πειστώ ολότελα. Η φωνη ειναι δυνατη και η συγκριση αμείλικτη. Οπως ειναι αληθεια οτι δε παυω να ανηκω στο 1% των πιο προνομιούχων ανθρωπων του πλανητη. Στο 1% αυτών με την πιο εύκολη, πιο απροβλημάτιστη ζωή.
* * * * *
Βλεπω ανθρωπους να περπατανε στο δρόμο, και σκεφτομαι οτι περασα ολη μου τη ζωη κοιμισμένος, ανυποψίαστος για την αληθεια του φοβερού πόνου που υπάρχει εκεί έξω. Θυμαμαι τον μουτρωμενο στην ουρά του super market και φαντάζομαι οτι μπορει να εχει το παιδι της στο νοσοκομειο. Θυμάμαι τη μαλάκω που με εβρισε αναιτια στο δρόμο και σκεφτομαι οτι μπορει να ειναι δεσμώτρια καποιου αφορητου χρόνιου πονου. Μπορει να εχει να κοιμηθει για μηνες. Μπορει η ζωη του/της να είναι σε κατάρρευση. Μπορει να της σπαει στο ξυλο ο ανθρωπος με τον οποιο μοιράζεται το κρεβάτι τα βραδια.
Κάποια μέρα πήρα το τρένο και εκατσα διπλα σε ενα ανθρωπο που γυριζε απο το νεκροτομείο. Και δεν είχα ιδέα.
* * * * *
Ψαχνω απεγνωσμενα να παρκαρω. Το χαος εχει ξαναχτυπήσει. Εχω φύγει εσπευσμενα απο τη δουλεια, εχει παλιοζέστη, κινηση. Ειναι κολαση. Μπαινω σε ενα parking με τοσο χαμηλη οροφη που νομιζεις οτι θα σε συνθλιψει. Ενας τυπος με σκαμμένη φάτσα, χακι παντελονι και βρώμικο φανελάκι σηκώνεται να με διώξει. “Δεν υπάρχει τίποτα” μου κανει με νοηματα. “Μόνο με κράτηση” μου φωνάζει.
Τον κοιτάζω ικετευτικά. Αραιό μαλλί που εχει ποτισει αέριους υδρογονάνθρακες απο τις δεκαετιες μέσα στο καυσαέριο. Ιδρωμένο μέτωπο που αντανακλά τα θολα νεον φώτα του υπογείου οπως τα λάδια μηχανής στο βρώμικο δάπεδο.
“Μονο με κρατηση”, επαναλαμβανει και μου κανει νοημα να βαλω οπισθεν και να παρω δρόμο.
Κατεβαινω απο το αμάξι.
“Σε παρακαλω.”
“Παλικάρι, δεν έχω…”
“Μολις μπήκε η μανα μου στη ΜΕΘ.” ψελίζω ικετευτικά. “Είναι έδω διπλα, στο Αλεξάνδρα”.
Αλλάζει μεμιάς. “Ασε το κλειδι και φυγε” μου λεει.
Τον κοιταζω να σιγουρευτω οτι το εννοει.
“Φυγε, φυγε” μου κανει.
“Ευχαριστώ” μουρμουρίζω, αλλα αυτός εχει μπει ηδη στο αυτοκινητο.
Τρεις ώρες μετά επιστρέφω. Του ξαναλέω ευχαριστώ την ώρα που τον πληρώνω.
“Πως ειναι η μαμα;” με ρωτάει.
“Δυσκολα φιλε. Θα δουμε.”
Βγάζει ένα μικρο πλαστικό μπουκαλάκι από ένα σωρό με πράγματα. Ειναι διάφανο απο αυτα που χρησιμοποιούν οι φαρμακοποιοι για το οξυζενε.
“Παρτο” μου λεει. “Είναι από τον Αρχάγγελο. Σταυρωσε τη μαμα. Παρτο, εγω εχω κρατησει για μενα.
Το περνω σαν ηλιθιος. Δεν πιστευω στο Θεό, αλλα αυτό το παλιομπουκαλακι με το μαγικό νερό εχει ξαφνικα μια περιεργη ιερότητα, πολύ λιτά αληθινη. Κατάφερε σε αυτό το παλιομπουκαλακι να συσκευαστεί η αλληλεγγύη, η ανιδιοτελή αγάπη και το νοιάξιμο ενός αγνωστου. Ενος αγνωστου με φοβιστική εμφάνιση και εξαγριωμένο υφος.
Μου καταπραΰνει τη καρδια το παλιομπουκαλακι με το μαγικό νερό. Και κανει ολο αυτο το απειλητικό σύμπαν, ένα τόνο λιγότερο αβάσταχτο. Και μου θυμίζει, οτι οσο δυσκολο κι αν μου ειναι να το αποδεχτώ, μονος όσο και να θελω να πορευτώ δύσκολα θα τα καταφέρω.