Γκιώνα vs. Κωλοσχολειο

Διψούσαμε για επιστροφή στη Γκιώνα. Και τι επιστροφή ήταν αυτή. Τα είχε όλα.

Κορυφή, μαγική ησυχία, ενάστρους ουρανούς, κρυστάλλινο καιρό, ανταμώματα με αγριόγιδα, με αγρία άλογα με αγρία τσοπανόσκυλα.

Κρύο κοφτερό, κούραση γλυκιά. 

Έχουμε επιστρέψει σπίτι. Βράδυ Κυριακής. Ο Μ έρχεται αντιμέτωπος με τα χρωστούμενα του διαβάσματος. Δεν είναι χαρούμενος με την εξέλιξη αυτή. Γκρινιάζει. Η θεματική στη «Γλώσσα» είναι «το δάσος» και ο Μ καλείται να γράψει προτάσεις που να περιέχουν λέξεις σχετιζόμενες με το δάσος. Δασωμένος, δασικός, δασοφύλακας…

Ποσό χτυπητή είναι η αντίθεση αναμεσά σε αυτό που ζήσαμε στις ράχες της Γκιώνας και σε αυτό που καλείται να φέρει σε πέρας απέναντι στην άκαμπτη, «one size fits all» μαθησιακή διαδικασία πάνω στην οποία έχει χτιστεί το εκπαιδευτικό μας σύστημα.  Το μυαλό αυτού του δεκάχρονου αγοριού είναι πλημμυρισμένο με ολόφρεσκες ακατέργαστες εμπειρίες που διψούν να μετατραπούν σε μνήμες και γνώσεις. Και την ίδια στιγμή καλείται να μιλήσει για το δάσος όπως αυτό ανακύπτει μέσα από στεγνές λέξεις χωρίς πραγματικό νόημα.

Είναι σχεδόν βλάσφημο.

Στο μυαλό αυτού του δεκάχρονου αγοριού κολυμπάνε εικόνες και ήχοι και σκέψεις και μυρωδιές που άλλοι άνθρωποι θα περάσουν όλη τους τη ζωή χωρίς να φανταστούν καν ότι υπάρχουν.

Νύχτα στα αλπικά λιβάδια, πάνω από τη γραμμή των ελάτων.

Κορεσμένα συναισθήματα. Επιμονή, πόνος. Κι άλλη επιμονή

Απρόσκοπτα τοπία, απέραντοι ορίζοντες, ο αέρας των ψηλών βουνών,

Αγριόγιδα.

Αετοί.

Κοράκια. Που κάνουν “κρά κρά” αλλά όχι μόνο. Αλλά και “τσίρ τσίρ” και “τοκτοκοτοκ” (όπως όταν χτυπάς τη γλώσσα στον ουρανίσκο).

«Μπαμπά κανένας δε θα με πιστέψει όταν τους το πω. Ούτε η δασκάλα».

«Ναι Μ μου, κανείς δε θα σε πιστέψει. Αλλά εσύ θα ξέρεις τώρα για πάντα ότι τα κοράκια δεν κάνουν μόνο “κρα κρα” αλλά και “τσίρ τσίρ” και “τοκτοκοτοκ” (όπως όταν χτυπάς τη γλώσσα στον ουρανίσκο).

Μιά alien κάμπια, μαύρη τριχωτή, πάνω στο μονοπάτι. “Πρόσεξε μπαμπά μην την πατήσεις”

Και τσοπανόσκυλα. Φόβος. Έλεγχος. Διαχείριση ρίσκου. Problem solving με συνέπειες.

Αγάπη. Χαρά. «Επιτυχία». Αλλά και προετοιμασία για την ενδεχόμενη «αποτυχία». Δε μας κάνει πάντα τη χάρη το βουνό.

Σεβασμός (για τη φύση, για τα ζώα, για το θαύμα της οικουμένης)

Υπευθυνότητα.

Προσαρμοστικότητα.

Hard skills.

Motor skills.

Soft skills.

Στήσε σκηνή, μαγείρεψε, κάνε τα μαντάρα (όλα τα πατάκια στο πάτωμα της σκηνής). Λούσου το κράξιμο από τον μπαμπά. Μάζεψε τα.

Και απέναντι σε ολα αυτα:

Το «κωλοσχολειο» -δικά του λόγια-.

Και οι “τέσσερις προτάσεις για το δάσος”.

Δεν έχω τίποτα πειστικό, τίποτα ενθαρρυντικό  να του πω για το “κωλοσχολειο”. Έχω περάσει και εγώ από την ιδιά μηχανή του κιμά, και ξέρω.

Κάποτε πρότεινα στο σχολείο να  ανεβάσω τη τάξη στο βουνό. Ωραία ιδέα “ειπαν”. Μετά κολλήσαμε στα διαδικαστικά. Ποσά σχολικά θα χρειαστούν, πόσες ώρες, πόσοι συνοδοί «και μπλα μλα μπλα» που λέει και ο Μ.

«Ίσως και ίσως» που λέει ο Μ.

Χαιρετίσματα…

Θα κάνουμε «σχολείο του δάσους» 9:00 με 13:00, θα τικάρουμε το κουτάκι, θα πουλήσουμε βιωματική εκπαίδευση και πάμε από την αρχή.

* * * * * *

«Αχ ρε φίλε…Ποσό ωραία ήταν εκεί πάνω. Κρύο σκληρό, μοναξιά, κούραση…»

«Δε καταλαβαίνω που είναι το ωραίο» λέει με μια πιντσα ειρωνείας ένας συνάδελφος.

«Πραγματικά» σπεύδει να υπερθεματίσει ένας άλλος.

«Ναι ούτε εγώ το πιάνω» κλεινει τη κουβέντα ένας τρίτος».

Δε μπορώ να τους το εξηγήσω.

Καλυτέρα υπό μια έννοια.

Περιμένω να πάρω τον καφεδάκι μου μπροστά από το καφέ της γειτονίας. Έχει γυρίσει ο καιρός και έχει πιάσει βροχούλα. Διπλά μου ένα κοριτσάκι όχι πάνω από 2 χρονών, φασκιωμένο σα γιουβαρλάκι μέσα στο μικροσκοπικό softshell-ακι του κάθεται σύριζα με τη τέντα του καφέ και έχει τεντώσει το χεράκι του για να πέφτουν πάνω οι σταγόνες της βροχής που στάζουν από την τέντα.

Ακούω τις σκέψεις του δίχρονου εγκεφάλου όπως καθρεπτίζονται στο ενθουσιασμένο χαμόγελο και τα ακτινοβόλα μάτια του παιδιού.

«ΑΥΤΟ είναι το πιο ΤΕΛΕΙΟ πράγμα στο κόσμο. Πέφτει νερό από ψηλά και χτυπάει το χέρι μου. Νιώθω τη δύναμη του. Και τη δροσιά του. Στο ΧΕΡΙ μου!»

«Έχει ξαναζήσει κανείς κάτι Τ_Ο_Σ_Ο    Τ_Ε_Λ_Ε_Ι_Ο;;;»

Και μετά ακούω την αδιαπραγμάτευτη φωνή της μαμάς.

«Σου είπα εκατό φορές! Θα κρυώσεις. Αν δε σταματήσεις θα σε δέσω στο καρότσι».

Η ιστορία τελειώνει λυπητερά.

Πρώτα αψηφισιά («Μαμα δεν είναι ότι δεν ακούω τι μου λες αλλά  ΕΙΝΑΙ ΤΟΣΟ ΓΑΜΑΤΟ ΝΑ ΠΕΦΤΕΙ ΝΕΡΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΣΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ ΠΟΥ ΔΕ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΩ).

Ύστερα, κλάματα και ουρλιαχτά.

Και κάπως έτσι ένας δίχρονος εγκέφαλος καταγραφεί ότι η χαρά που φέρνει η αισθητηριακή ανακάλυψη του κόσμου, είναι επικίνδυνη, τιμωρείται και αποκόπτεται βίαια από την εξουσία.

Θα μου πεις, «μαλακίες. Δε θα νταντεύεις εσύ το πουντιασμένο σκατό όταν θα σου ψήνει το ψαρί στα χείλη με 39 πυρετό».

Θα σου απαντήσω. «Μαλακιές, δε πουντιάζουν έτσι τα παιδιά. Αλλά και να πούντιαζαν, αυτό το μάθημα , αυτή η ευκαιρία, αυτή η ανακάλυψη και η χαρά που την ακολουθεί αξίζει τη οποία ταλαιπωρία.

Για να μη σου πω ότι αυτό είναι το χρέος σου σαν γονιός».

Leave a Reply