Αύγουστος 2026 - Βασιμένο σε μια αληθινή ιστορία
Στις εσχατιές του Γκοσπαχάρ, εκεί που η άνυδρη έρημος συναντάει τους βραχότοπους του Θεσπ και τα οξειδωμένα νεφελώματα της άμμου συναντούν στον ορίζοντα τα Χάλκινα Βουνά, στέκεται μια μοναχική οκτώβια. Ριζώνει διπλά στη κοίτη του αρχαίου ξεραμένου ποταμού, ακριβώς απέναντι από το χάνι του Ρ’χουστάμ,
Το δένδρο αυτό δεν είναι σαν τις τυπικές οκτώβιες που φύονται στα δάση του Εαφάρ. Δεν είναι τρανή σαν φρούριο, ούτε φορτωμένη με σμήνη από σκληρά αγκαθένια φύλλα που αστράφτουν σαν ασημένια βότσαλα όταν τα γδέρνει ο ήλιος του νότου. Ο κορμός της δεν είναι συμπαγής και ακλόνητος σαν τους σιδερόδετους κίονες των ναών του Φισχ-Αβοερ ούτε αγκαλιασμένος από τους «κισσούς του μίσους» (ή όπως τους αποκαλούν οι Σερβέρ, «κισσούς του πάθους»).
Η συγκεκριμένη οκτώβια είναι μικρή και λεπτοκαμωμένη. Καθώς προσεγγίζεις τον τόπο, εκείνη αναδύεται σαν οπτασία πίσω από τις κουρτίνες της σκόνης και τον βραστό αέρα. Η φυλλωσιά της είναι μετρημένη, τόσο όσο επιτρέπει το συνεχές μαστίγωμα του μπάλασάρου που ραπίζει τα υψίπεδα. Και για κισσούς ούτε λόγος. Η διψά της γης είναι αδιαπραγμάτευτη και δεν αφήνει περιθώρια για παρασιτικές μοιρασιές και συνεργασίες.
Αλλά παρόλα αυτά, παρά τη μιζέρια του δένδρου και τη σκληράδα του τόπου, δε μπορείς να μπερδέψεις αυτή την μικρή οκτώβια για οτιδήποτε άλλο.
Γιατί ακτινοβολεί την αψηφισιά και τη στωικότητα του είδους της. Και καταλαβαίνεις σαν την πλησιάσεις ότι είχες μπροστά σου τον εκπρόσωπο ενός είδους πεισματάρικου και προσαρμοστικού, ποσό μάλλον όταν μιλάμε για το συγκεκριμένο φυντάνι που σε αντίδραση κάθε προσδοκίας και επιθυμίας των Δαιμονικών και των Αχζίν και όλων των Σαφάρ, επιμένει ως απέλπιδα οπισθοφυλακή, εμμονικός φρουρός στο τόπο που κάποτε διαφεντευόταν από το είδος της.
Γιατί έτσι ήταν κάποτε τα πράγματα στα υψίπεδα. Και αυτό δε πρέπει να προκαλεί έκπληξη, Κάποτε – όχι τόσο παλιά όσο φαντάζεσαι – οι όχθες του ξεραμένου ποταμού ήταν διάσπαρτες με οκτώβιες και το Γκοσπαχάρ δεν είχε τη όψη του σήμερα. Και αυτό δεν είναι παραμύθι. Ο πάππους μου και ο παππούς του Νισαέβ που ήταν ομοαίματος του, διηγούτανε ιστορίες από τους χρόνους που εκείνοι ήταν παιδία και κυνηγούσαν στη κοίτη του ποταμού. Που και εκείνος δεν ήταν τότε ξεραμένος αλλά κατέβαζε νερό τους μήνες των μικρών και των μεγάλων βροχών. Και οι οκτώβιες στις όχθες του κατέκλυζαν το τόπο και πρόσφεραν στέγη στα γιδοπούλια και οι αμφιτρίες που μετανάστευαν από τις χώρες πίσω από τα Χάλκινα βουνά για να κεντήσουν τις φωλιές στα κλαδιά τους και να μεγαλώνουν τους νεοσσούς τους.
Όμως ο τόπος αυτός άλλαξε από τα χρονιά του παππού μου και του παππού του Νισαέβ. Και στράγγιξε ο ποταμός, και χάθηκαν όλες οι οκτώβιες εκτός από αυτή την τελευταία τη καψερή. Και μόνο το χάνι έμεινε να θυμίζει τα παλιά τα χρόνια -αλλά μη γελιέσαι- κι αυτό πια πολύ αλλαγμένο.
Και τους λόγους που αλλάξαν όλα αυτά, από τότε τους συζητούσαν οι άνθρωποι και ακόμα τους συζητάμε. Και θα τους συζητάμε και θα τους ξανασυζητάμε στο αιώνα τον άπαντα. Και θα τους συζητάνε στις βιβλιοθήκες της Χώρας και τις μονές και στα καπηλειά και στα χαμαιτυπεία. Μα η ουσία είναι ότι άλλαξε ο τόπος, μίκρυνε η ζωή και πλήθηναν μόνο οι πέτρες και η σκόνη και οι άψυχοι άνθρωποι.
Και αυτοί οι τελευταίοι, περαστικοί μονάχα.
Όλοι αυτοί οι περαστικοί, σχεδόν καθολικά επιλέγουν να διανυκτερεύσουν στου Ρ’χουστάμ το χάνι. Γατί το αρχαίο αυτό ίδρυμα παρότι αλλαγμένο παραμένει νησίδα και καταφύγιο εν μέσω των ωκεανών της σκόνης και των ψημένων βράχων.
Ένας από αυτούς και εγώ.
Κα όλοι εμείς που καταλύουμε στου Ρ’χουστάμ, τηρούμε μια συνήθεια, ένα έθιμο μπορείς να πεις, που τη κληρονομούμε από τους προηγούμενους θαμώνες. Αφορά αυτή η συνήθεια στην ώρα που προηγείται του ξημερώματος και την ώρα που ακολουθεί ακριβώς έπειτα. Τότε οι θαμώνες αρεσκόμαστε να αφήνουμε τη προστασία των ανεμοδαρμένων τοίχων και να βγαίνουμε έξω και να ξαπλώνουμε στις σκιές των μεγάλων βράχων πίνοντας κόρτσα και τρώγοντας ότι τυγχάνει να προσφέρει ο Ρ’χουστάμ. Είναι μια ώρα ανάπαυσης και περισυλλογής, και οι θαμώνες του Ρ’χουστάμ τη τιμούν και την περιμένουν ανυπόμονα. Και την ώρα αυτή το βλέμμα μας πολύ συχνά μαγνητίζεται από το λίκνισμα των λιγοστών φύλων της ασθενικής οκτώβιας και τις αντανακλάσεις του ήλιου πάνω στη στιλπνή τους επιφάνεια. Ανάλογα με τον άνεμο που θα φυσά στα υψίπεδα αλλάζει και ο χορός της φυλλωσιάς. Άλλοτε ο χορός είναι βίαιος. Άλλοτε νωχελικός. Λέγεται ότι η χορογραφία αυτή κρύβει προφητεία για τα πεπραγμένα της μέρας που θα έρθει. Αν ο χορός είναι μανιασμένος από τον μπαλασάρο, προμηνύονται ώρες βίαιες και ταραγμένες. Αν τα φύλλα θροΐζουν απαλά στη μελιχρή αύρα που ρέει νωχελικά από τα Χάλκινα Βουνά προμηνύονται ώρες γαλήνιες και σταθερές. Δε τα πιστεύουν όλοι ο θαμώνες αυτά τα περί προφητείας αλλά ανεξάρτητα αν είναι αληθινά ή όχι το σίγουρο είναι ότι ο χορός των φύλλων και των κλαδιών συγγραφεί διαθέσεις στα θνητά μυαλά των θαμώνων και καθορίζει το τέμπο και τη χροιά της ημέρας που ξεκινάει.
Έτσι κι εγώ, στη ετήσια στάση μου στο χάνι, το πρωί που ξημέρωνε των σαράντα αγίων, έπινα το κόρτσα μου. Από εκεί τους είδα να έρχονται. Από εκεί τους είδα να σταματούν στο χάνι. Τέσσερεις Αβορίτες, ο πατέρας και δυο έφηβοι γιοι προπορευόμενοι και ξοπίσω τους η μάνα τους μοναχή.
Δεν σκέφτηκα καθόλου σαν τους είδα ότι είναι κακά μαντάτα. Μήτε μου προφήτευσε η οκτώβια αυτό που θα συνέβαινε. Το λένε αυτό για τους Αβορίτες. Ότι δηλαδή είναι πέρα από τη φτάση των χρησμών εκείνοι και οι πράξεις τους. Είναι του έθνους τους χαρακτηριστικό . Είναι -καθώς λένε- το αποτέλεσμα της μοιρασιά που έκαναν οι Σαφάρ σαν έφτιασαν τις φυλές του κόσμου. Όταν έπλασαν τους Αβωρίτες, τους έκαναν προβλέψιμους όπως τη τροχιά των άστρων. Τόσο που σαν κάτσεις μαζί τους και τους μελετήσεις από κοντά, δε πρόκειται να εκπλαγείς ποτέ από τα πεπραγμένα τους. Όμως για αυτό ακριβώς το λόγο, και σαν αντίβαρο της άκαμπτης προβλεψιμότητάς τους, τους ευλόγησαν να είναι άνοσοι στους χρησμούς και άγνωστοι στις μαντικές τέχνες. Και από την αρχή του κόσμου κανένας χρησμός δε τους περιλαμβάνει και δεν τους δεσμεύει και δεν τους ερμηνεύει. Και καμία μαντεία δεν δύναται να προμηνύσει τις πράξεις τους. Επειδή ακριβώς είναι τόσο εύκολο να τους ερμηνεύσεις με τα μάτια της καρδίας, δε χρειάζεται -και δεν επιτρέπεται από τη νομοτέλεια του σύμπαντος- να επικαλείσαι τα μάτια των Δαιμονικών και των Αχζιν και των χιλίων Σαφάρ.
Μα εγώ δεν τους γνώριζα εκείνη την εποχή. Και καθόλου δεν τους ερμήνευα. Και έτσι δεν είδα το μελλούμενο κακό. Όχι βέβαια πως θα μπορούσα να τους σταματήσω ακόμα και να το έβλεπα. Όταν τα ανακαλώ, σκέφτομαι ότι κατά κάποιο τρόπο καλύτερα που έγινε έτσι. Είναι κατάρα η διορατικότητα όταν λειτουργεί μονάχα σαν ενόραση, αποστερημένη από την ικανότητα για δράση. Και αλλοίμονο σε αυτόν που κουβαλάει τέτοια κατάρα. Να βλέπει τον κόσμο να χάνεται, χωρίς να είναι ευλογημένος με αυτενέργεια.
Ξεπέζεψαν οι Αβορίτες και δώσαν τα υποζύγιά τους στον πανδοχέα. Και κάθισαν να δροσιστούν στη σκιά των βράχων με τους άλλους θαμώνες. Τους βάλανε κόρτσα και πιάσανε να κουβεντιάζουν αυτά που αρέσουν στους διαβάτες να συζητάνε. Τα νέα της γης και των κόσμων, που εκέινο τον καιρό ήταν τα νέα για τους στρατηγούς του Δοναφέρτη και τα τάγματα που ακούγονταν ότι μιλιούνιαζαν μήνα με το μήνα στη δύση. Και για το λοιμό στις επαρχίες του Ρέηχα-Μαζ και τις ταραχές του σίτου στα κράτη της Ρεπούμπλικας και για χίλιες δυο άλλες φήμες από αυτές που κουβαλάνε οι ταξιδιώτες μαζί με τα μπαγκάζια τους. Και για πολύ ώρα ήταν έτσι τα πράγματα. Μέχρι που σώθηκε το κόρτσα και σήκωσαν το βλέμμα από τα ποτήρια και οι Αβοριτες και αντίκρυσαν τη μικρή οκτώβια.
Την έδειξε ο πατέρας στους γιους και έπειτα γύρισε στη μάνα και αντάλλαξαν δυο λέξεις στη γλώσσα τους. Και ευθύς σηκώθηκαν οι γιοι και ο πατέρας σαν να βιάζονταν, σαν να φοβόταν ότι θα βγάλει πόδια να περπατήσει μακριά το δένδρο. Και έσκυψαν στις τσάντες τους και έβγαλαν τα τσεκούρια τους.
Ευθύς σηκώθηκα κι εγώ. Ταραγμένος πολύ, μα μη γνωρίζοντας πως να δράσω. Κανένας άλλος δε σάλεψε. Οι θαμώνες του Ρ’χουστάμ συνέχιζαν να είναι ξαπλωμένοι κάτω από τα βράχια, κοιτάζοντας νωχελικά τους Αβορίτες και τα τσεκούρια τους και τις άδειες κούπες τους.
Ένας Παρητσέος με παχιά γκρίζα φρύδια και ακόμα πιο παχύ προγούλι, σαν είδε τα παιδία αρματωμένα να βαδίζουν προς το δένδρο, στράφηκε στον πατέρα.
«Δεν είναι ξεραμένο βλα; Τι θα πάτε να κόψετε;»
«Όχι, δεν είναι» αντέτεινε ο πατέρας Αβορίτης με σιγουριά. «Είναι μικρό αλλά έχει νευρώδη κορμό. Τέτοια μικρά βγάζουν και 500 σούτσα ψίχα άμα ξέρεις να τα γδάρεις. Και δυο καρδίες θα τις βγάλουμε σίγουρα, μπορεί και τρεις αν έχει απλωμένη ρίζα».
«Και θα το αφήσεις στους μικρούς να το κάνουν; Ξέρουν να γδέρνουν, γιαλλά;»
«Και πως θα μάθουν; Αν τα βρουν σκούρα θα της κάνω εγώ το πρώτο χάλασμα και θα αφήσω τους μικρούς να παίξουν, να την απογδάρουν».
Γέλασε σφιγμένα ο Παρητσέος αλλά παρά ταύτα έγνεψε.
«Κοιτά μη το μαγαρίσουν μόνο. Στη θέση σου θα το έκανα εγώ να είμαι σίγουρος;»
«Αστούς βλα μου, ένα φιντάνι είναι. Δε χάθηκε και ο κόσμος και να το μαγαρίσουν. Θα τους βλέπω. Αν δω πως πάνε να το ρημάξουν, θα τους το πάρω».
Οι δυο έφηβοι έφτασαν μπροστά στην οκτώβια και στάθηκαν αντικριστά. Τα τσεκουριά τους κρέμονταν χαλαρά από τα χέρια τους. Κοιτούσαν το δένδρο αβέβαιοι αλλά εμφανώς διεγερμένοι στο ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσουν τα εργαλεία. Ήθελαν διακαώς αλλά δεν έμοιαζαν σίγουροι τι ακριβώς απαιτείται από αυτούς. Βάλθηκαν να ακουμπούν το δένδρο με τα ακροδάχτυλα τους ψηλαφίζοντας το κορμό όπως οι έμπειροι σοδευτές. Αλλά οι κινήσεις τους ήταν μιμητικές, όχι ουσιώδεις. Κανά δυο φορές κοίταξαν προς την πλευρά του πατέρα τους. Εκείνος όμως δεν έδωσε παράγγελμα. Άφησε τα κουτάβια του να τριγυρίζουν το παράλυτο θήραμα, να το οσμίζονται εξιταρισμένοι χωρίς να τολμούν να κάνουν κάποια αποφασιστική κίνηση.
Οι θαμώνες του Ρ’χουστάμ συνέχιζαν κι αυτοί να κοιτάνε, χλιαρά περίεργοι για την έκβαση της διαδικασίας. Κάποιοι σχολίαζαν αναμεταξύ τους. Κάποιοι μειδιούσαν. Σαν να αντικρύζουν κάτι που το είχαν ξαναδεί αλλά που η κατάσταση το καθιστούσε ελαφρώς πιο ενδιαφέρον από το τίποτα. Κάτι οριακά ικανό να σπάσει τη πηχτή άνοια.
Κάνεις όμως δε μίλησε για λογαριασμό της οκτώβιας.
Σκέφτηκα τότε για πρώτη φορά ότι είχα κάνει λάθος πιστεύοντας ότι ο λόγος που είχε επιβιώσει σε αυτό το πολυσύχναστο μονοπάτι η οκτώβια ήταν επειδή υπήρχε μια σιωπηρή συμφωνία ανάμεσα στους θαμώνες. Ότι αυτό δένδρο είναι σύμβολο που χρήζει σεβασμού και προστασίας. Συνειδητοποίησα ότι ο λόγος που κάποιος άλλος δεν έχει κόψει όλα αυτά τα χρονιά την μοναχική οκτώβια ήταν επειδή κανείς δεν έδινε δεκάρα. Ή επειδή κανείς δε βρέθηκε να έχει μαζί του τα κατάλληλα τα εργαλεία. Ή επειδή κανείς δεν ήξερε πως να τη γδάρει σωστά.
Ήταν η ανία και η άγνοια -ξαδέρφια με ισχυρή επιρροή σε αυτούς τους τόπους – που είχαν σώσει την οκτώβια. Αυτές και όχι η σωφροσύνη. Και για μια στιγμή αποκαλύφθηκαν όλοι τους στα μάτια μου, και μεταμορφώθηκαν όλοι σε Αβορίτες, προβλέψιμα όντα, βουλυμικοί, καταβροχθιστές της πλάσης. Και η ενόραση ενός μέλλοντος ζοφερού έπεσε πάνω μου και με κάλυψε σαν τη κατάρα που έτρεμα και μου έδειξε το τέλος όλων των οκτώβιων του κόσμου, και μου έδειξε και την ανημποριά μου.
Σηκώθηκε και ο πατέρας να κίνησε κι αυτός προς το δένδρο.
«Δε την αφήνεις μωρέ!» έπιασα τον εαυτό μου να ξεστομίζει. Η φωνή μου βγήκε λίγο πιο δυνατή από ότι υπολόγιζα. «Δεν έχει και πολλές τούτος ο τόπος. Άστη να ζήσει».
Γύρισε και με κοίταξε με έκπληξη ο Αβορίτης. Με μέτρησε από πάνω ως κάτω με το βλέμμα πριν μιλήσει.
«Οσπιτάλιος είσαι;». Ξεστόμισε τις λέξεις σηκώνοντας ελαφρά το πηγούνι ώστε να με κοιτάει από ψηλά.
«Όχι βλα μου»
«Αλλά; Τι; Φιλοικτίρμωνας;»
«Δεν είμαι καλόγερος, βλά.»
«Τι είσαι;»
Δε περίμενε να απαντήσω. Και εγώ δεν το είχα σκοπό άλλωστε. Συνέχισε να περπατάει προς τα αγόρια του. Ξαναμίλησε, αλλά όχι τόσο σε εμένα παρά περισσότερο σε όλους τους υπόλοιπους που παρακολουθούσαν τη σκηνή.
«Με αυτά που ακούμε δε ξέρει κάνες τι να σκεφτεί. Ο καθένας το μακρύ του και το κοντό του…»
Ήταν θιγμένος αλλά οι κινήσεις του μαρτυρούσαν κάτι πέρα από θυμό. Μια αμηχανία, σαν να τον είχα βάλει στο κέντρο μιας μη ευπρόσδεκτης προσοχής. Σας να έχει τραβήξει το βλέμμα όχι μόνο των βαριεστημένων θαμώνων του Ρ’χουστάμ αλλά και κάποιων άλλων πιο μυστήριων, αδιόρατων βλεμμάτων.
«Σου είπα. Δεν είμαι της θρησκείας» επέμεινα ενώ ταυτόχρονα ξεκίνησα και εγώ να βαδίζω προς το σημείο που κοντοστεκόταν οι έφηβοι. Ήταν απέλπιδα κίνηση, μη γνωρίζοντας τι άλλο να κάνω για να επιβραδύνω τα τεκταινόμενα. Ένιωσα το βλέμμα των θαμώνων. Με κοίταζαν σαν να είμαι εγώ το αξιοπερίεργο και όχι αυτοί οι άμυαλοι που είχαν βαλθεί να χαλάσουν τη τελευταία οκτώβια του Γκόσπαχαρ.
Τον πρόφτασα μπροστά από το δένδρο.
«Ξέρεις τι γίνεται από δαύτες στο Εαφαρ;» μου είπε προτού στραφεί προς τα παιδιά. Υπέδειξε στο γιο του ένα σημείο πάνω στον κορμό. Μετά ένα δεύτερο.
«Έχει γεμίσει ο τόπος. Ξέρεις τι άτιμα που είναι τα παλιόδενδρα; Τι προβλήματα δημιουργούν; Μια κόβεις, δυο ξεφυτρώνουν. Κλείνουν τα χωράφια και δε αφήνουν να φυτέψει ο κόσμος. Χαλάνε το έδαφος. Γεμίζει γιδοπούλια η επαρχεία και αυτά ρημάζουν τις ρώγες. Και κάνουν μες τη βρωμά τα καλντερίμια.»
«Σ’ ακούω βλά. Αλλά εδώ που είμαστε δεν έχει ούτε ρώγες ούτε καλντερίμια. Και δεν έχει και άλλη οκτώβια. Αυτή είναι όλη κι όλη. Δε την αφήνεις να τη καμαρώνουμε πίνωντα το κόρτσα μας;»
Τον είδα να σφίγγει ανεπαίσθητα τα χείλη του. Μετά σαν να μην άκουσε τι είπα, στράφηκε ξανά προς τα αγόρια. Μουρμούρισε κάτι που δε κατάλαβα. Έβγαλε το μαχαίρι του και χάραξε τον κορμό στα δυο σημεία που είχε προηγουμένως υποδείξει. Οι κινήσεις του είχαν σκληρή αποτελεσματικότητα αλλά και τη λεπτότητα που συνοδεύει τη δουλεμένη τέχνη. Όταν τελειωσε το πρωτογδάρσιμο έκανε δυο βήματα πίσω ανοίγοντας χώρο για τα αγόρια.
Το μεγαλύτερο από τα παιδία κατέβασε το τσεκούρι και χτύπησε το δένδρο. Ήταν αβέβαιο το πρώτο του χτύπημα. Αδέξιο. Ο πατέρας έσκυψε και χάραξε ξανά δίπλα στο σημείο που είχε προσγειωθεί το λεπίδι. Τους εξήγησε ξανά στη γλώσσα τους. Τα λογία του μεθοδικά αλλά και κατιτί ανυπόμονα. Το τσεκούρι σηκώθηκε και χτύπησε ξανά. Και ξανά.
Κάνεις τους δε γύρισε να με κοιτάξει όσο δολοφονούσαν το δένδρο. Ο πατέρας χαμογελούσε ένα χαμόγελο επιτηδευμένο. Το δεύτερο παιδί μπήκε κι αυτό στο χορό. Συνέχισαν να χτυπάνε μια το ένα μία το άλλο. Ούτε ενθουσιασμένα, ούτε λυπημένα. Αμήχανα. Διαδικαστικά. Ένιωθα σαν να έχω χαλάσει τη χαρά μιας μικρής γιορτής πάνω στο ξεκίνημα της.
Έπεσε κάτω η οκτώβια.
Ο πατέρας έσκυψε και άρχισε να γδέρνει τον κορμό σε συγκεκριμένα σημεία. Έπειτα άφησε στα παιδιά να ολοκληρώσουν τη δουλεία. Σηκώθηκε και πέρασε από δίπλα μου.
Επέστρεψε στη γυναικά του. Κάθισε μαζί της και συνέχισε να παρακολουθεί τα αγόρια από μακρυά.
Ξεκίνησα και εγώ να επιστρέψω στη θέση μου. Όταν πέρασα από διπλά του με κοίταξε. Προσπάθησε να διαβάσει το βλέμμα μου σα να διαισθάνεται τη απελπισία μου. Ήθελε να μου δείξει ότι δεν είχε ανάγκη την αποδοχή μου. Τη περιφρονούσε την αποδοχή μου αυτός ο περήφανος Αβορίτης. Αλλά αντιλαμβανόμενος την απουσία της, θύμωνε ταυτόχρονα.
«Εμάς αυτό είναι το βιός μας» πρόταξε κοφτά καθώς απομακρυνόμουν. «Εσείς έρχεστε από τις πόλεις με τους παράδες σας, να μας κάνετε μάθημα, τι είναι σωστό και τι λάθος…»
Δεν ερχόμουν από καμία πόλη. Και πιθανότατα ήμουν και πιο φτωχός από αυτόν. Δε μίλησα.
Εκείνος δεν έλεγε να το αφήσει.
«Δεν είχε η μανά σου σαταροντούλαπα στο σπίτι ης; Προσευχητάρια δεν είχατε;»
«Είχαμε» είπα ξεψυχισμένα.
«Και δεν ήταν φτιαγμένο από οκτώβιοξυλο;»
«Ήταν». Μετά βίας έβγαινε η φωνή μου.
«Και όταν απλώνεις τις αρίδες σου στα χάνια του Εαφαρ, δεν είναι οι κλίνες από οκτώβιοξυλο κι αυτές;»
«…»
«Κι άμα πίνεις το κόρτσα καλά είναι; Αλλά τη ψίχα δε τη θες να τη μαζεύεις. Και άρα ας τα κόβουν τα δέντρα άλλοι για λογαριασμό σου αρκεί εσύ να μη βλέπεις. Για να έρχεσαι μετά εδώ να το παίζεις όσιος Οσπιτάλιος».
«Καλόγεροι γίνανε ούλοι» φώναξε κάποιος από τους θαμώνες, καθρεπτίζοντάς ένθερμα το θυμό του Αβορίτη.
«Ήρθαν από τις πόλεις να μας κουνήσουν το δάκτυλο» είπε κάποιος άλλος.
«Κάνε μου τη χάρη λοιπόν…»
Συνέχισα να περπατάω αμίλητος. Είχα καταπιεί τις λέξεις μου.
«Άμα δε τη έκοβα εγώ θα την έκοβε ο επόμενος» μου φώναξε.
Και πάλι δε μίλησα.
«Αν θες πάντως να πάρεις ένα κομμάτι για το προσευχητάρι της μάνας σου, θα είμαστε μέχρι αύριο το πρωί εδώ. Θα στο χαρίσω.»
Ήταν το τελευταίο που μου είπε. Έχοντας πια απομακρυνθεί μετά βίας άκουσα τα επόμενα λόγια του. Όχι προς εμένα αλλά απευθυνόμενος πια στο Παρητσέο με τα παχιά φρύδια.
«Ένα παλιοδένδρο μισοξεραμένο και έρχεται μας κρίνει ο κάθε βλωραμένος. Δε βλέπουν που σφάζονται άνθρωποι, τους έπιασε πόνος για τα χαμόδεντρα.»
Διάβηκα τη πόρτα του χανιού. Ο Ρ’χουστάμ στεκόταν στο χείλος της, στις σκιές, σχεδόν αόρατος. Δεν τον είχα δει μέχρι εκείνη τη στιγμή.
«Δε καταλαβαίνουν…» μουρμούρισε. «Τούτα κοιμούνται και έχουν φράχτη τα σπόρια τους – οδηγία οντολογική να μη βλασταίνουν επιπόλαια. Σαν χαλάσεις τον ύπνο τους και τους ξυπνήσεις πριν τις σπάνιες νεροποντές, τα εξόντωσες. Όχι μόνο αυτά που φέρνεις κάτω μα τη γενιά τους όλη. Νεκροφαίνεται ο σπόρος και τον κλωσάει η γη ακόμα και για δυο και τρεις και τέσσερις ανθρώπινες γενιές πριν τον αφήσει να σκάσει. Μήτε καταλαβαίνουν τι μπορεί να ξετρυπώσει και που μπορεί να φτάσει τούτη η ρίζα σαν τελικά κληθεί από τα όντα να ριζώσει. Μήτε καταλαβαίνουν πως την εντολή του λήθαργου που φέρνει ο καρπός τη περνάει και στη μανά. Και αυτή κυοφορεί κοιμώμενη για εποχές και εποχές. Για να γεννήσει όλα τα απίδια της όταν αναγγείλει ο αέρας τη μεγάλη βροχή. Όλα τα απίδια ταυτόχρονα. Μήτε καταλαβαίνουν γιατί είναι σκληρά τα άνθη τούτου του δέντρου για να αντέχουν τη κάψα. Τι να τους κάνεις που τίποτα δε καταλαβαίνουν. Και νομίζουν ότι χάλασαν μόνο ένα δένδρο και όχι ένα μέλλον».
Τον προσπέρασα και συνέχισα. Τα ήξερε καλά όλα αυτά ο πανδοχέας. Καλύτερα από εμένα. Καλύτερα από τους Αβορίτες που είχαν τις οκτώβιες για να βγάζουν το βιός τους. Αλλά δε μίλησε να τους σταματήσει. Κάνεις δε μίλησε.
Στο μυαλό μου γύριζαν όλα που μου παράθεσε ο Αβορίτης. Αλλά τίποτα δεν άγγιζε τη καρδία μου. Πάρα μόνο οι δαγκανιές των τσεκουριών που έφεραν κάτω την μικρή οκτώβια.
Ήταν αληθινά όπως τα λέει ο κόσμος. Προβλέψιμη αυτή η φυλή η Αβορίτικη. Τώρα πια τους είχα κατανοήσει. Είχα κατανοήσει ότι η λαιμαργία είναι χείμαρος ακατανίκητος. Και σαρώνει τα πάντα, ποσό μάλλον αν τα φρούρια που ορθώνουμε για να τη αναχαιτίσουμε, τα στεριώνουμε στη άμμο της αδιαφορίας. Είχα πλέον κατανοήσει ότι οι Αβορίτες του κόσμου μας δε θα σταματήσουν μέχρι να τα καταβροχθίσουν όλα. Και οι υπόλοιποι, οι άνθρωποι της μη-δράσης μόνο θα τους κοιτούν. Ενίοτέ θα θεωρητικολογούν. Και συχνά πυκνά θα συνεπικουρούν χλιαρά και βαριεστημένα. Κι αυτό είναι πέρα από χρησμούς. Γιατί έχει μια βεβαιότητα η τροχιά του Αβορίτη, συντεταγμένη με τη τροχιά του κόσμου του ίδιου.
Προς την καταστροφή.