H εμπλοκή της Ελλάδας στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν μια διαδικασία πιο περίπλοκη και αμφιλεγόμενη απ όσο οι περισσότεροι αντιλαμβανόμαστε σήμερα. Διαβάζοντας γι αυτήν στο εξαιρετικό “The Second World War” του Βρετανού ιστορικού John Keegan στάθηκα σε δυο σημεία που μου έκαναν εντύπωση. Το πρώτο είναι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες η χώρα μπήκε στον πόλεμο και το δεύτερο ο τρόπος που εξελίχθηκε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος σε σχέση με τις στρατηγικές προβλέψεις, δηλαδή το πόσο αναμενόμενο ή μη ήταν «Έπος του 40».
Ο Χίτλερ, οι Άγγλοι και τα Βαλκάνια
Κάπου λοιπόν στα μέσα του 1940 το γεωπολιτικό σκηνικό στη περιοχή έμοιαζε κάπως έτσι.
Από τη μία, η θριαμβεύτρια Γερμάνια αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι δε πρόκειται να καταφέρει να οδηγήσει τη Βρετανία εκτός πολέμου με την ιδία ταχύτητα που πέτυχε τη ταπεινωτική συνθηκολόγηση της Γαλλίας. Το σχέδιο περί χερσαίας εισβολής στη γηραιά Αλβιόνα περνάει σιγά σιγά στα αζήτητα καθώς η Luftwaffe συναντάει αντίσταση πέρα της αναμενόμενης στους Βρετανικούς ουρανούς και ταυτόχρονα η απαραίτητη ναυτική υπεροπλία για μια επιχείρηση στα στενά της Μάγχης δεν μοιάζει να μπορεί να εξασφαλιστεί. Αυτό οδηγεί τη Γερμανία σε αναζήτηση νέων πεδίων σύγκρουσης με τους Βρετανούς και αυξάνει τη πίεση για το Χίτλερ καθώς καθυστερεί τη υλοποίηση του απώτερου επιχειρησιακού στόχου του που δεν είναι άλλος από την εισβολή στη Σοβιετική Ένωση.
Παρόλα αυτά ο Χίτλερ σε αυτή τη φάση δεν επιθυμεί ούτε έχει κάποιο καλό λόγο να μεταφέρει τη σύγκρουση στα Βαλκάνια. Αντίθετα έχει πολύ καλούς λόγους να επιθυμεί να αποφύγει μια τέτοια κλιμάκωση. Η Βαλκανική χερσόνησος κατέχει πολύ σημαντική θέση ως προμηθευτής πρώτων υλών για τη παραγωγική μηχανή της Γερμανίας κάτι που αντικατοπτρίζεται στα νούμερα των εξαγωγών των Βαλκανικών χωρών προς τη Γερμανία εκείνη τη χρονική στιγμή. Η νοτιανατολική Ευρώπη καλύπτει μέσω εξαγωγών περίπου τις μισές ανάγκες τις Γερμανίας σε δημητριακά και ζωικά προϊόντα. Η Ελλάδα και η Γιουγκοσλαβία μέχρι το 1940 παρέχουν το 45% του βωξίτη που είναι απαραίτητος στη πολεμική βιομηχανία της Γερμανίας, η Γιουγκοσλαβία παρέχει επιπλέον το 90% του κασσίτερου, το 40% του μόλυβδου και το 10% του χαλκού. Σημαντικότερο όλων η Ρουμάνια (και σε αρκετά μικρότερο βαθμό η Ουγγαρία) προσφέρει τα μοναδικά αποθέματα πετρελαίου εντός του στρατηγικού ελέγχου της Γερμανίας (το υπόλοιπο των αποθεμάτων προέρχεται από τη -ακόμα- σύμμαχο Σοβιετική Ένωση μέσω των εξαγωγών που εξασφαλίζει το σύμφωνο Molotov–Ribbentrop).
Σε αυτή τη ιστορική συγκυρία ο Χίτλερ έχει διασφαλίσει το στρατιωτικό έλεγχο της περιοχής έχοντας υπογράψει διακρατικές συμφωνίες τόσο με την Ουγγαρία όσο και με τη Ρουμανία οι οποίες έχουν αποδεχτεί τη παρουσία γερμανικών στρατευμάτων εντός του εδάφους τους.
Με την επιρροή αυτή εξασφαλισμένη, η εμπλοκή του Χίτλερ σε ένα πόλεμο με την Ελλάδα το 1940 δεν προσφέρει κανένα εμφανές πλεονέκτημα για τη Γερμανία. Αντιθέτως ένας τέτοιος πόλεμος απαιτεί προσάρτηση βάσεων και κινητικότητα γερμανικών στρατευμάτων στη Βουλγαρία τη στιγμή που η χώρα αυτή βρίσκεται στη σφαίρα επιρροής και στρατηγικού ενδιαφέροντος της Σοβιετικής Ένωσης. Κάτι τέτοιο θέτει σε κίνδυνο τις σχέσεις της Γερμανίας με τη σύμμαχο Σοβιετική Ένωση τη στιγμή ακριβώς που ο Χίτλερ προσπαθεί να καθησυχάσει τις αυξανόμενες αμφιβολίες της τελευταίας για τις αγαθές γερμανικές προθέσεις.
Την ίδια όμως στιγμή που εξελίσσονταν όλα αυτά, από την άλλη πλευρά του στρατοπέδου, η Βρετανία έχοντας μείνει ουσιαστικά μόνη να πολεμάει τις δυνάμεις του Άξονα προσπαθεί με κάθε τρόπο να εξασφαλίσει από τα φιλικά προσκείμενα κράτη της ανατολικής Μεσογείου ένα πιο ενεργό ρόλο στη παγκόσμια σύρραξη και να μη τι άλλο να αυξήσει την επιρροή της στην περιοχή εν μέσου και της διαφαινόμενης μετατόπισης του πολέμου στη βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή. Οι Βρετανοί ζητούν επίμονα από την ελληνική κυβέρνηση βάσεις στη Θεσσαλονίκη από τις οποίες θα μπορούσαν να πλήξουν τις πετρελαιοπηγές του Ploesti στη Ρουμάνια, με καταστροφικά αποτελέσματα στην ικανότητα της Γερμανίας να συνεχίσει το πόλεμο. Παρά τις πιέσεις, η ελληνική κυβέρνηση αντιστέκεται για μεγάλο χρονικό διάστημα σε αυτά τα αιτήματα (ακόμα και μετά την ιταλική επίθεση!) καθώς παραχώρηση αυτών των βάσεων θα αποτελούσε αιτία πολέμου για τη Γερμανία.
Είναι δε χαρακτηριστικό ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα (ίσως ακόμα και μετά την ιταλική εισβολή) ο Χίτλερ ήλπιζε ότι κατοχή της Ελλάδας δεν θα ήταν απαραίτητη και ότι θα τερμάτιζε το πόλεμο με μία ειρηνευτική συμφωνία που θα εξασφάλιζε στη Luftwaffe βάσεις για τις επιχειρήσεις στο βορειοαφρικανικο μέτωπο και την ανατολική Μεσόγειο. Μετά το θάνατο του Μεταξά η λιγότερο συντηρητική στάση του Παπάγου όσον αφορά την αποδοχή βοηθείας από τους Άγγλους, αναγκάζει το Χιτλερ να αναθεωρήσει. Εν τέλει η ανάπτυξη τεσσάρων βρετανικών μεραρχιών στα σύνορα με τη Βουλγαρία πείθει τους Γερμανούς ότι η κατοχή της Ελλάδας είναι αναπόφευκτη παρόλο που μέχρι στιγμής η ελληνική κυβέρνηση έχει χειριστεί τις απαιτήσεις των Άγγλων προσεχτικά ώστε να μη τους δώσει κάτι περισσότερο από τακτικές εγκαταστάσεις μικρής εμβέλειας (ακόμα και στη αρχή της ελληνοιταλικής σύρραξης οι βάσεις της RAF στη Κόρινθο μόλις που επέτρεπαν την υποστήριξη το αλβανικού μετώπου).
Πίσω όμως στα μέσα του 1940, την ίδια στιγμή που η Γερμανία φαίνεται να μην επιθυμεί τη Βαλκανική ανάφλεξη και οι Βρετανοί να πασχίζουν για το αντίθετο, στη γειτονική Ιταλία η πολιτική πίεση για το φασίστα Μουσολίνι συνεχίζει να ανεβαίνει. Ο Ντούτσε, αν και κατ ευφημισμό ισότιμο μέλος του Άξονα αισθανόταν ήδη να υπολείπεται σοβαρά σε «στρατιωτικές επιτυχίες» σε σχέση με τη Γερμανία. Η καθόλου πειστική καθυστερημένη ανάμειξη του στη μάχη της Γαλλίας τον άφησε να νιώθει ότι χρειάζεται το δικό του αποκλειστικό και επιτυχημένο μιλιταριστικό αφήγημα, το δικό του «Ρωμαικό» Blietzkrieg για να ισοσκελίσει -δημαγωγικά- τις θεαματικές επιτυχίες των Ναζί στην ηπειρωτική Ευρώπη. Η φαινομενικά αδύναμη «Ελλάδιτσα» παρείχε αυτή τη δυνατότητα για ένα γρήγορο και εντυπωσιακό θρίαμβο της ιταλικής πολεμικής μηχανής. Επιπλέον ότι ο χώρος της ανατολικής Μεσογείου από την Αδριατική μέχρι το Ιόνιο αλλά και το Αιγαίο το ίδιο ήταν ουσιαστικά κομμάτια της θαλάσσιας σφαίρας επιρροής της Ιταλίας από τη εποχή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και μετέπειτα. Το γεωπολιτικό αυτό χαρακτηριστικό δεν μπόρεσε να παραγνωρίσει ούτε ο ίδιος Χίτλερ όταν αποφάσισε να συναινέσει στην εμπλοκή της Ιταλίας στο πόλεμο. Το πλάνο ήταν λίγο πολύ το εξής. Η Ιταλία θα έπαιζε το ρόλο της κυρίαρχης θαλάσσιας δύναμης στη νότια Βαλκανική (ανακόπτοντας την αυξανόμενη αγγλική επιρροή) ενώ η Γερμανία θα περιοριζόταν κρατώντας κάτω από την εποπτεία της, τις στρατηγικά κρίσιμες από πλευράς ενεργειακών αποθεμάτων χερσαίες περιοχές της βόρειας Βαλκανικής.
Τελικά η σύμπραξη αυτή του Χίτλερ στην ιταλική εισβολή ενέπλεξε τη Γερμανία σε μια περιπέτεια που δεν ήταν μέρος των μακροπρόθεσμων επιχειρησιακών της σχεδίων. Η απρόσμενη και παταγώδης αποτυχία του ιταλικού στρατού να φέρει σε πέρας την ελληνική εκστρατεία «γρήγορα και καθαρά» διατάραξε τα πλάνα του Χιτλερ ακόμα περισσότερο και τον ανάγκασε να εμπλέξει άμεσα τη Γερμάνια σε περιοχές Σοβιετικής επιρροής που σε αυτή τη φάση ήθελε διακαώς να αποφύγει.
Όλα τα παραπάνω δίνουν μια εικόνα για το πολύπλοκο διπλωματικό σκηνικό τη στιγμή που μπήκε η Ελλάδα στο πόλεμο. Μάλιστα για να καταλάβουμε τη πολυπλοκότητα της κατάστασης αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της ελληνοιταλικής σύρραξης, ο ρόλος που έπαιξε η Τουρκία εξυπηρέτησε σε πολλές στιγμές τα αμυντικά συμφέροντα της Ελλάδας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι ο ελληνικός στρατός κατάφερε να αποδεσμεύσει στρατεύματα από τη συνοριακή γραμμή τη Θράκης και να τα μετακινήσει στο αλβανικό μέτωπο μετά την προειδοποίηση που εξέδωσε η Τουρκία προς τη Βουλγαρία ότι σε περίπτωση που η τελευταία προσπαθούσε να επωφεληθεί από την δύσκολη θέση της Ελλάδας, η Τουρκία σκοπεύει να χρησιμοποιήσει εναντίον της τις τριανταεπτά μεραρχίες της που ήταν συγκεντρωμένες στο κομμάτι τις ευρωπαϊκής επικράτειάς της.
Η ιταλική στρατιωτική υπεροχή
Εκτός από αυτή τη σχετικά άγνωστη διπλωματική ισορροπία τρόμου στο διάστημα πριν από τη γερμανική εισβολή, ένα άλλο γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τη δημοφιλή ιστορική αφήγηση αφορά το αξιόμαχο του ιταλικού στρατού και τη φαινόμενη υπεροπλία του σε σχέση με τον ελληνικό. Η απόκρουση της ιταλικής εισβολής από τις ελληνικής δυνάμεις συχνά παρουσιάζεται σαν ένα θαύμα ανδραγαθίας και σχεδόν μεταφυσικής ικανότητας του ελληνικού στρατού. Η ιστορική πραγματικότητα είναι (ως συνήθως) αρκετά πιο περιπλοκή.
Στα χαρτιά η εκστρατεία του Μουσολίνι έπρεπε να έχει σύντομη και επιτυχημένη για αυτόν κατάληξη. Ο ιταλικός στρατός ήταν αντικειμενικά υπεράριθμος και είχε να αντιμετωπίσει ένα ελληνικό στράτευμα διαιρεμένο σε μεγάλο εύρος μετώπου από τη Θράκη μέχρι την Ήπειρο.
Ωστόσο η αποτελεσματικότητα του και η ικανότητα του ιταλικού στρατού να διεξάγει πόλεμο ήταν σαφέστατα υποβαθμισμένη σε σχέση με το παρελθόν και τις μεγάλες στρατιωτικές επιτυχίες με τις οποίες είχε συνδεθεί στο τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Ο εκσυγχρονισμός του ιταλικού στρατού δεν είχε λάβει χώρα ουσιαστικά ποτέ και το στράτευμα υπολείπονταν τόσο σε εκπαίδευση όσο και σε πολεμικό υλικό όλων των σύγχρονων στρατευμάτων της εποχής. Επιπλέον, υπό το καθεστώς Μουσολίνι οι ιταλικές μεραρχίες είχαν συρρικνωθεί σε προσωπικό (με σκοπό να αυξηθούν σε αριθμό) στα πλαίσια της δημαγωγικής πολιτικής του τελευταίου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι μεραρχίες που επιτέθηκαν εναντίων των ελληνικών θέσεων να είναι ουσιαστικά ασθενέστερες των ελληνικών σε όλα τα σώματα που συγκρούστηκαν και ειδικά στο πεζικό.
Ταυτόχρονα είναι σημαντικό το γεγονός ότι ο ιταλικός στρατός υστερούσε τόσο σε ηθικό όσο και κίνητρο. Τα κίνητρα του Μουσολίνι για να επιτεθεί στην Ελλάδα ήταν καθαρά πολιτικά και αφορούσαν ουσιαστικά την εξυπηρέτηση γερμανικών συμφερόντων. Κατά συνέπεια δεν αποτελούσαν κίνητρο για στη συντριπτική πλειοψηφία των στρατιωτών άλλα και της ηγεσίας του στρατού η οποία σε κάθε περίπτωση παρέμενε υπό την επιρροή της ιταλικής αριστοκρατίας που ήταν (λιγότερο η περισσότερο) φιλοβρετανική.
Όλα αυτά οδήγησαν στο «νερόβραστο» αποτελέσματα της ιταλικής εισβολής στην Ελλάδα. Αυτό φυσικά δε μειώνει τη ιστορικά καταγεγραμμένη και αναγνωρισμένη αυταπάρνηση που έδειξε η πλειοψηφία του ελληνικού στρατεύματος, απλά βάζει τα πράγματα κάπως στη θέση τους όσον αφορά την ιστορική πραγματικότητα. Η Ελλάδα δεν αντιμετώπισε μια στρατιωτική υπερδύναμη στο αλβανικό μέτωπο. Αντιμετώπισε ένα τεχνολογικά παρωχημένο, κακοδιοικούμενο και χαμηλό σε ηθικό και κίνητρο στράτευμα το οποίο αν και πολυάριθμο στερούνταν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που θα του έδιναν το στρατηγικό πλεονέκτημα. Όταν στη συνέχεια η Ελλάδα και οι λιγοστοί σύμμαχοι της ήρθαν αντιμέτωποι με το γερμανικό στρατό ο οποίος είχε τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά (απόλυτη υπεροπλία, αποτελεσματική διοίκηση και υψηλό ηθικό) οι γραμμές άμυνας κατέρρευσαν το ίδιο γρήγορα με αυτές των Πολωνών , των Τσεχοσλοβάκων και τον Γάλλων.
Αντί επιλόγου
Το βιβλίο του J.Keegan το οποίο ανέφερα στην εισαγωγή και χρησιμοποίησα ως πηγή για τα παραπάνω είναι γραμμένο με την ιστορική αποστασιοποίηση για την όποια είναι γνωστός ο Βρετανός ιστορικός (και για την οποία αξίζει κανείς να τον διαβάσει). Κι ωστόσο, υπήρξε ένα σημείο του βιβλίου τόσο δυνατό και συναισθηματικά φορτισμένο που το ξεχώρισα μέσα στις 1000 και πλέον σελίδες. Ορίστε, το αφήνω εδώ, αντί επιλόγου. Καλό βράδυ και χαρούμενη επέτειο σε όλους/ες όσους τη γιορτάζουν.
[…]
The British made a stand at Thermopylae, where the Spartans had fallen defying the Persians 2500 years before, but were quickly hustled southward by German tanks. That day and every day they were harried by the Luftwaffe, which, by the report of the Times correspondent was ‘bombing every nook and cranny, hamlet, village and τown in its path. Ιt had destroyed Piraeus, the port of Athens on the first day of the war with Greece, so that the fugitives had to head for the Peloponnese to find harbors for their return flight to Crete and Egypt. A German parachute drop on τhe Isthmus of Corinth on 26 April was timed just too late to cut them out. By then the British – most of them Australians and New Zealanders forming the Anzac Corps, whose predecessor had established the Antipodean military legend at Gallipoli only twenty-six years earlier – had passed through Athens and reached haven. Retreating though they were, “no one who passed through the City” wrote a Royal Artilleryman, Lieutenant-Colonel R. P. Waller, would ever forget the warmth of the Athenians’ farewell. ‘We were nearly the last British troops they would see and the Germans might be on our heels, yet cheering, clapping crowds lined the streets and pressed about our cars, so as to almost hold us up. Girls and men leapt on the running boards to kiss or shake hands with the grimy, weary gunners. They threw flowers to us and ran beside us crying. “Come back – You must come back again – Goodbye – Good luck”.
It would be three and a half years before British soldiers returned to Athens, then to participate to a grim and bloody civil war between the parties of left and right which had learned the politics of violence as guerrilla fighters against the German occupation. In April 1941, sunny and flower-seemed in the memory of the soldiers who were leaving Greece with the taste of defeat in their teeth, that cold and bitter December would have seemed an unimaginable legacy of the whirlwind campaign they had fought against the Germans.
The three British divisions which together with the six Greek divisions spared from the Albanian front had battled against eighteen of the enemy had rightly, the sensation of having fought the good fight. The Greek campaign had been an old-fashioned gentlemen’s war with honour given and accepted by brave adversaries on each side. In the aftermath, historians would measure its significance in terms of the delay Marita had or had not imposed on the unleashing of Barbarossa, an exercise ultimately to be judged profitless, since it was the Russian weather, not the contingencies of subsidiary campaigns, which determined Barbarossa launch date. The combatants had not felt they were participating in wider events. The Greeks with British help had fought to defend their homeland from conquest. The Germans had battled to overcome them and had triumphed but in token of respect to the courage of the enemy had insisted that the Greek officers should keep their swords. That was to be almost the last gesture of chivalry between warriors in a war imminently fated to descend into barbarism.