Περι ωραιων καστρων και αλλων δαιμονιων

Συνειδητά αποφεύγω να γράφω σε αυτό το blog για «θέματα της επικαιρότητας» μιας και αυτά συνήθως συνοδεύονται από συναισθηματική φόρτιση και ανεπαρκή ή μονοδιάστατα  δεδομένα. Δύσκολα μπορεί να αξιολογηθεί ένα γεγονός αποστασιοποιημένα και ορθολογικά όσο βρίσκεται στην επικαιρότητα. Θα κάνω μια εξαίρεση όμως για το θέμα του Ωραιοκάστρου με την υπόσχεση προς στον “ideal reader” να προσεγγίσω το θέμα όσο γίνεται πιο αντικειμενικά.

Ας προσπαθήσουμε να έρθουμε στη θέση των συντακτών της επίμαχης ανακοίνωσης του συλλόγου γονέων χωρίς το βάρος των a priori επικρίσεων (δύσκολο άλλα ας το αποπειραθούμε). Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι κανείς τους (ή σχεδόν κανείς τους) δεν θα αυτοπροσδιοριζόταν ως ρατσιστής, φασίστας ή ξενοφοβικός. Ερωτηθείς θα έλεγε ότι ανησυχεί για το παιδί του και ότι απλά το βάζει πάνω από όλα. Ερχόμενος στη θέση τους μπορώ να σκεφτώ τρία βασικά κριτήρια / κίνητρα για να απαιτήσω τον αποκλεισμό παιδιών μεταναστών από το σχολείο στο οποίο πηγαίνει το παιδί μου. Ας δούμε ποια είναι αυτά και πόσο στέκουν εξεταζόμενα κάτω από το πρίσμα της λογικής.

1. Η ανησυχία για τη επιδείνωση της δημόσιας υγείας στο χώρο του σχολείου

2. Η φόβος για πιθανή κοινωνική αλλοτρίωση μέσω πολιτισμικής όσμωσης

3. Η επιδείνωση του συλλογικού επιπέδου της μαθησιακής διαδικασίας και της πτώση της απόδοσης /επιπέδου της τάξης.

Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι άλλο. Αν κάποιος μπορεί, ας βοηθήσει τη κουβέντα με ένα σχόλιο κάτω από το post. Μάλλον για να είμαι ειλικρινής, μπορώ να σκεφτώ και ένα τέταρτο λόγο, αυτόν του αγνού μίσους προς οτιδήποτε άγνωστο, άλλα αυτόν δεν μπορώ να τον ονομάσω κριτήριο γι αυτό δεν τον αναφέρω. Το τυφλό μίσος (φυλετικό, θρησκευτικό, ταξικό,  insert whatever type of hate here κλπ) είναι παραλυτικό και αντιτίθεται σε οποιαδήποτε προσπάθεια προσέγγισης με τη λογική. Δεν το εξετάζω γιατί δε μπορώ να κάνω τίποτα για αυτόν που έχει μολυνθεί από αυτό. Βγαίνει από τη σφαίρα της λογικής προσέγγισης και κατά συνέπεια της συζήτησης. Haters gonna hate. Για τους υπόλοιπους όμως που προβληματίζονται με τα κριτήρια 1 έως το 3, ορίστε η δική μου προσέγγιση:

Ο πρώτος λόγος είναι έγκυρος στη απόλυτη διατύπωση του. Εκεί που πάσχει είναι όταν κληθούμε να τον τοποθετήσουμε σε ένα πλαίσιο κλίμακας. Εξηγούμαι. Αύξηση του απόλυτου αριθμού παιδιών μεταναστών/ προσφύγων, σημαίνει (αυτονόητα) αύξηση του ποσοστού των παιδιών που έρχονται από περιβάλλοντα με χειρότερες συνθήκες υγιεινής ή/και περιβάλλοντα με ιστορικό μεταδοτικών ασθενειών μη ενδημικών στην Ελλάδα. Αντικειμενικά αναμένεται αύξηση του μικροβιακού φορτίου και του μίγματος επικίνδυνων λοιμωδών νοσημάτων δηλαδή αύξηση της απόλυτης πιθανότητας μετάδοσης ασθενειών στον πληθυσμό του σχολειού. Το κρίσιμο στοιχείο όμως που λείπει από αυτή τη διαπίστωση (και που οφείλει να υπάρχει σε κάθε μελέτη αξιολόγησης και διαχείρισης ρίσκου) είναι το πόσο θα αυξηθεί ο κίνδυνος σε σχέση με αυτό που ήταν αρχικά. Αυτό που κανείς δεν εξετάζει μέχρι τώρα στη κουβέντα είναι η ποσοτικοποίηση του κινδύνου και η καταγραφή της μεταβολής του με τα νέα δεδομένα που φέρνει η εισαγωγή των παιδιών των προσφύγων/ μεταναστών.

Πχ αν μας έλεγαν ότι αν ένα παιδί στο Ωραιόκαστρο έχει 10πλασια πιθανότητα να κολλήσει ελονοσία μέσα στη σχολική χρονιά από τη στιγμή που μπήκαν προσφυγόπουλα στο σχολείο αυτό θα ακουγόταν ιδιαίτερα σημαντικό. Αν όμως η αρχική πιθανότητα να κολλήσει ελονοσία ήταν 0,001% και αυτή η πιθανότητα με την είσοδο παιδιών μεταναστών πήγε στο 0,01% ξαφνικά η τρομερή διαπίστωση δεν μοιάζει (και δεν είναι) τραγική. Αν η πιθανότητα εκατονταπλασιάστηκε δηλαδή πήγε στο 0,1% αυτό θα μεταφράζονταν  σε ένα κρούσμα το χρόνο ανά 3-4 σχολεία.

Η ουσία εδώ είναι ότι κανείς από εμάς (έκτος πιθανότατα από εξειδικευμένες ιατρικές υπηρεσίες ελέγχου και καταγραφής νοσημάτων) δεν έχει τα στοιχεία να πάρει μια ενημερωμένη απόφαση για τη ποσοτικοποίηση του ρίσκου. Ο καθένας κρίνει με βάση εμπειρικά δεδομένα περιορισμένης (βλέπε προσωπικής) κλίμακας. Γι αυτό άλλοι νιώθουν ότι βιώνουν κοντάτζιο και άλλοι ότι μπορούν να τα λύσουν όλα με ένα μπουκάλι χλωρίνη . Εδώ λοιπόν εγείρεται το all time classic ερώτημα «που είναι το κράτος;». Δυστυχώς μέχρι να γίνουμε Νορβηγία, το κράτος δε θα έρθει να μας ενημερώσει άλλα τουλάχιστον σε ένα βαθμό μπορούμε να πάμε εμείς και να ρωτήσουμε το κράτος. Επίσης μπορούμε να ρωτήσουμε το παγκόσμιο οργανισμό υγείας για την ενδημικότητα των ασθενειών στις χώρες προέλευσης των παιδιών. Αφήνω αυτή την άσκηση στον καθένα προσωπικά (με κάποια ελπίδα άλλα η αλήθεια είναι και χωρίς πολλές προσδοκίες).

Προχωρώντας στο δεύτερο λόγο, ομολογώ ότι ξύνω το κεφάλι μου με αμηχανία αφού δε μπορώ να σκεφτώ ένα καλό λόγο ώστε να μην επιδιώξουμε την όσμωση/ αφομοίωση των παιδιών των προσφύγων/ μεταναστών με την ελληνική κοινωνία. Μάλιστα η τραγική ειρωνεία είναι ότι η εισαγωγή των παιδιών στα σχολεία είναι το πιθανότερο αντίδοτο, το καλύτερο ανάχωμα σε αυτό που φοβούνται οι γονείς δηλαδή στην αλλοτρίωση της σκληροπυρηνικής δομής της παραδοσιακής Ελληνικής κοινωνίας όπως τη γνωρίζουμε. Ανάμεσα στο ενδεχόμενο της δημιουργίας γκετοποιημένων μικροκοινωνιών που βρίθουν από θρησκευτικό φονταμενταλισμό και μισαλλοδοξία και το ενδεχόμενο της επαφής των υπό διαμόρφωση παιδικών χαρακτήρων με δυτικά πρότυπα και μετριοπαθή πολιτισμικά ερείσματα, τι οφείλουμε να επιλέξουμε; Είναι καν ερώτημα αν θα πρέπει αυτά τα παιδιά να πάρουν κοσμική παιδεία ή αν θα πρέπει να μείνουν έρμαια στις διδαχές του κάθε μισαλλόδοξου ιερέας ή  ψυχικά διαταραγμένου από το πόλεμο γονέα;  Το να κάνουμε αυτά τα παιδιά «δικά μας» (άλλος θα έλεγε «σαν τα μούτρα μας» άλλα τέλος πάντων…) , είναι η καλύτερη άμυνα απέναντι τη ατομική και κοινωνική διάβρωση που έρχεται με τη γκετοποίηση και αναφλέγεται από θρησκευτικά και εθνικιστικά δηλητήρια.

Το τρίτο κριτήριο όπως και το πρώτο έχει βάση αλήθειας αλλά (όπως και το πρώτο) είναι δύσκολο να το ποσοτικόποιήσουμε ώστε να μπορέσουμε να το προσεγγίσουμε αντικειμενικά. Ποιο είναι το αντίκτυπο εισαγωγής παιδιών διαφορετικού πολιτισμικού υποβάθρου στη απόδοση μιας τάξης; Θα είναι το αντίκτυπο αρνητικό ως αποτέλεσμα της ελλιπούς επικοινωνίας και της αναγκαστικής αναδιανομής των περιορισμών διδακτικών πόρων για την υποστήριξη των παιδιών που υπολείπονται μαθησιακά; Η μήπως θα είναι θετικό μέσω της επαφής με νέα ερείσματα, μεθοδολογίες, τρόπους σκέψης και δημιουργικής απεμπλοκής;. Πόσο στατιστικά  σημαντικό είναι εν τέλει το αντίκτυπο αυτό σε σχέση με άλλες εξωτερικές παραμέτρους που επηρεάζουν τη μαθησιακή διαδικασία πχ τη ταξική κατανομή /οικονομική επιφάνεια των οικογενειών, το μορφωτικό επίπεδο των γονέων  εντός των ελληνικών πληθυσμών, κλπ; Όπως και παραπάνω, έτσι κι εδώ μπορούμε να κρίνουμε μόνο από προσωπική εμπειρία ή από χαρακτηριστικές αξιοσημείωτες περιπτώσεις.

Τελικά η απόφαση είναι προσωπική και υπαγορεύεται περισσότερο από τη προσωπική ηθική πάρα από αποστασιοποιημένο και αντικειμενικό χειρισμό των υπαρχόντων  δεδομένων. Η προσωπική μου άποψη (για ότι αυτή μετράει) είναι ότι με τα στοιχεία που έχουμε στα χέρια μας  είναι πολύ δύσκολο (έως αδύνατο) να  στοιχειοθετηθεί η ακραία απόφαση των Ωραιοκαστριτών και ο αποκλεισμό των  παιδιών από τη μαθησιακή διαδικασία.

Ο Τζων Λοκ έγραφε ότι οι άνθρωποι συνήθως αποτυγχάνουν να υιοθετήσουν και να λειτουργήσουν με τα ορθολογικά κριτήρια που είναι πιθανότερο να τους εξασφαλίσουν μακροπρόθεσμα τη μέγιστη ευδαιμονία. Θα μου πεις δε χρειάζεται να είσαι ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του Διαφωτισμού για να το σκεφτείς αυτό. Ο άνθρωπος αξιολογεί τα βραχυπρόθεσμα οφέλη περισσότερο από τα μακροπρόθεσμα ακόμα και όταν αναγνωρίζει ότι τα δεύτερα είναι ποσοτικά και ποιοτικά μεγαλύτερα (γι αυτό συνεχώς αναβάλω το ραντεβού με τον οδοντίατρο). Αν ήμασταν λογικό όντα θα έπρεπε να πράττουμε το αντίθετο. Δυστυχώς όμως είναι μέρος της ανθρώπινη φύσης να χάνει το δρόμο της όταν τεθεί αντιμέτωπη με μεγάλες χρονικές κλίμακες όπου και η υπόσχεση του επιθυμητού απομακρύνεται από το σήμερα.  Το ενδιαφέρον είναι ότι σύμφωνα με τον Λοκ όσο πιο μακριά κοιτάμε στο μέλλον τόσο το προσωπικό μακροπρόθεσμο συμφέρον μας τείνει να εναρμονιστεί με το κοινό παγκόσμιο κάλο. Γι αυτό και οι αποφάσεις μας και οι πράξεις μας θα πρέπει να κατευθύνονται από μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και από αυτό που ο φιλόσοφος ονομάζει σύνεση και διορατικότητα.

Σας αφήνω με αυτή τη σκέψη κοιτώντας θλιμμένα προς Ωραιοκάστρο.

2 thoughts on “Περι ωραιων καστρων και αλλων δαιμονιων

  1. Αν και δεν είναι αυτή ακριβώ η περίπτωση στο Ωραιόκατρο, να σημειώσω σε σχέση με το τρίτο κριτήριο ότι και εδώ υπάρχουν έρευνες που δείχνουν προβλήματα στις σχολικές επιδόσεις “μεικτών” σχολείων…

  2. Απ’ότι κατάλαβα από το χάος που προκλήθηκε στην ειδησιογραφία των ημερών με αφορμή το γεγονός αυτό, τα παιδιά των προσφύγων θα πηγαίνουν στο σχολείο το απόγευμα, σε άλλο ωράριο, σε ξεχωριστές τάξεις που θα δημιουργηθούν για αυτά και δε θα ενταχθούν, ακόμα τουλάχιστον, στις κανονικές πρωινές. Με βάση αυτό θα μπορούσαμε να αναπροσαρμόσουμε τα τρία παραπάνω κριτήρια ως εξής:
    1) Η επαφή των πρωινών και απογευματινών παιδιών θα είναι πολύ περιορισμένη, άρα θα πρέπει να μας απασχολούν νοσήματα που οφείλονται σε παθογόνα που παραμένουν ζωντανά στο χώρο αρκετή ώρα ώστε να προσβάλλουν την επόμενη βάρδια τάξεων. Άρα ο κίνδυνος μετάδοσης ασθενειών είναι μικρότερος σε σχέση με τον κίνδυνο στην περίπτωση συμφοίτησης και πιο εύκολα αντιμετωπίσιμος με την καθαριότητα.
    2) Η πολιτιστική όσμωση θα είναι μικρής έκτασης, άρα το κριτήριο αυτό χάνει σε μεγάλο βαθμό την ισχύ του.
    3) Από τη στιγμή που τα παιδιά θα φοιτούν σε διαφορετικές τάξεις, το κριτήριο αυτό καταπίπτει.
    Τα τρία κριτήρια έχουν πλέον μειωθεί, γεγονός που με κάνει να πιστέυω ότι ενδεχομένως πέφτει περισσότερο βάρος στο τέταρτο.

    Αυτό που με προβληματίζει στην όλη ιστορία είναι ότι κανείς από τους διαμαρτυρόμενους στα ΜΜΕ δεν αναφέρει το, αυτονόητο για μένα, θέμα του τί μπορεί και οφείλει να κάνει το κράτος για να μειώσει αυτούς τους κινδύνους υγείας. Αντί να ζητούν άμεσο εμβολιασμό των μεταναστών, θεραπεία αυτών που πάσχουν από κάποιο, μεταδοτικό ή μη, νόσημα και επισταμένη καθαριότητα στα σχολεία, ζητούν απλά τη μη φοίτηση των παιδιών. Πονάει κεφάλι, κόψει κεφάλι. Αναρωτιέμαι αν αυτό οφείλεται στην πλήρη έλλειψη εμπιστοσύνης ότι το κράτος θα πράξει τα δέοντα, ή στον τέταρτο λόγο, της τυφλής απέχθειας (δε θα πω μίσος γιατί μου φαίνεται πολύ απόλυτη λέξη), ή σε συνδυασμό των δύο. Αν ισχύει το πρώτο, θα έπρεπε να μας απασχολεί σε τεράστιο βαθμό, γιατί αντικατοπτρίζει μία κοινωνία παντελώς απογοητεύμένη και απελπισμένη με την αναποτελεσματικότητα της ίδιας της της διοίκησης, τόσο που ενδεχομένως οδηγεί μη ρατσιστές πολίτες σε αντίστοιχες πράξεις. Δηλαδή η ανικανότητα μαζί με την ανηθικότητα (τεράστιες παραλείψεις αποτελούν για μένα έλλειψη ηθικής) των κρατικών λειτουργών ευνοεί ρατσιστικές συμπεριφορές και συμβάλλει στη δημιουργία συνθηκών εχθρότητας και θυμού. Αν ισχύει το δεύτερο, αρχίζω κι εγώ όπως εσύ να ξύνω το κεφάλι μου, νιώθωντας ταυτόχρονα απογοήτευση και θλίψη που η ανατροφή και η παιδεία που λαμβάνουν οι συμπολίτες μου είναι τόσο ελλιπείς ώστε να ευνοούν απόλυτες, σκοταδιστικές και μη λογικές συμπεριφορές και απόψεις. Σίγουρα πάντως δεν κυριαρχούν η σύνεση και η διορατικότητα που αποζητούσε ο μακαρίτης ο Λοκ.

Leave a Reply