Δώρα

Πριν ανοίξω τα μάτια έχω ήδη ξυπνήσει από το χαμό που έχουν ξεσηκώσει τα πουλιά.

Ωραία. Αυτό ήθελα.

Ανοίγω τα μάτια. Έχει χαράξει. Έχω ακόμα ίλιγγο. Δε περίμενα κάτι άλλο. Πάμε…

Στρίβω αργά το κεφάλι προς το ρολόι.

6:30

Μήπως να κοιμηθώ ξανά; Δεν είναι δύσκολη απόφαση. Ξέρω αμέσως τη απάντηση.

Βρίσκομαι σε ένα μικρό δωμάτιο, στο μοναδικό κατάλυμα που υπάρχει πάνω στο νησάκι του Αγίου Αχιλλείου. Στη καρδία της μικρής Πρέσπας.

Πιο βαθιά μέσα στο δρυμό δε γίνεται.

Η περίσταση είναι μοναδική. Τι να αντιπαραβάλει λίγο χουζούρι; Μπορεί να μην έχω ξανά την ευκαιρία στη ζωή μου να το κάνω αυτό. Μοιάζει υπερβολικά δραματική η διαπίστωση, αλλά έχει μεγάλη δόση ρεαλισμού. Πότε θα εναρμονιστούν ξανά όλες οι συγκυρίες; Να έχω οδηγήσει μέχρι εδώ πάνω, να έχω ξυπνήσει στη καρδία του δρυμού, να είναι Άνοιξη, τέλειος καιρός και να μπορώ να περπατήσω με το πρώτο φως δίπλα στη λίμνη.

Αφήνω την Δ και τον Μ να κοιμούνται, ζαλώνομαι τα φωτογραφικά και βγαίνω.

Κάτω από τον ουρανό, το τραγούδι των πουλιών γίνεται ακόμα πιο εκκωφαντικό. Το βαθύ μπλε-μωβ φως καλύπτει ακόμα σαν κουβέρτα  τα πάντα. Ο ήλιος έχει σηκωθεί από τον ορίζοντα μα εγώ δεν τον βλέπω. Οι κορυφές των βουνών που περιβάλουν τη λίμνη παρατείνουν το ημίφως.

Ξεκινάω να περπατάω. Πρώτα ανάμεσα στα σπίτια, μετά στα λιβαδάκια. Τα βήματα μου με φέρνουν στη ερειπωμένη βασιλική που δίνει το όνομά της στο νησάκι.

Πάλλεται με ιστορία αυτή η γη. Τα ερείπια μπροστά μου θεμελιώθηκαν έντεκα αιώνες πριν. Τα πέτρινα πατώματα που τώρα πιά γυαλίζει η βροχή κάποτε τα πάτησαν αυτοκράτορες και τύραννοι. Σαράντα γενιές θνητών ανθρώπων. Σαράντα γενιές που συνθέτουν ένα μακρύ αλυσιδωτό «προ προ προ…παππούδες».

Ένας τέτοιος μικρός «προ» κρίκος περιέχει και εμένα. Και εσένα. Και όλη μας την ουσία. Ολόκληρες ζωές από την αρχή τους μέχρι το τέλος τους, με όλα τους τα δράματα, όλες τους τις μεθυστικές χαρές και τις ανείπωτες λύπες ξεχασμένες για πάντα, στρυμωγμένες σε ένα «πρό».

Δεν μου πάει όμως άλλος υπαρξισμός αυτό το πρωινό. Το τραγούδι των πουλιών παραείναι φλύαρο, ερωτιάρικο και επιπόλαιο για να μείνει πολύ ο νους μου στα υπαρξιακά.

Καλύτερα.

Περνάω πίσω από τα ερείπια της εκκλησία. Θέλω να φτάσω στα δέντρα κι από εκεί να επιχειρήσω να βρω δίοδο προς την όχθη της λίμνης.

Αντικρύζω το σκουπιδαριό που έχουν αφήσει οι άνθρωποι. Κάθε picture perfect τόπος έχει στα παρασκήνια του ένα τέτοιο γήινο alter ego. Με ένα τρόπο είναι το αποτύπωμα των ανθρώπων που κατοικούν τον τόπο. Σε αντιδιαστολή με αυτούς που τον επισκέπτονται αναζητώντας εμπειρίες-τρόπαια.

Συνεχίζω. Η λίμνη ξαφνικά είναι πολύ σιωπηλή σε σχέση με τη πρωινή συναυλία που λαμβάνει χώρα στο δασωμένο λόφο.

Που κρύβονται τα πουλιά της λίμνης;

Δεν έχω απάντηση, σίγουρα όμως κρύβονται καλά.

Καταλαβαίνω ότι είμαι στο «λάθος» μέρος. «Λάθος», για να τραβήξω φωτογραφίες τέλος πάντων.

Αρχίζω να περπατάω παράλληλα με την κουρτίνα των καλαμιών που κρύβουν την όχθη, προς τα πίσω. Αποφασίζω να γυρίσω στον οικισμό και να δοκιμάσω τη τύχη μου στη μακρά πεζογέφυρα που συνδέει το νησάκι με την ενδοχώρα. Όσο πιο κοντά στο νερό τόσο καλύτερα, σκέφτομαι. Στο μυαλό μου στριφογυρίζει αυτή η γνώριμη αίσθηση που έχεις όταν οπλισμένος με φακούς και κλείστρα αναζητάς τη σωστή στιγμή. Ο τόπος, ο χρόνος, η συγκυρία άλλες φορές έχουν κάτι για σένα. Άλλες απολύτως τίποτα.

Ή για να είμαστε πιο ακριβείς, αυτό είναι το «διάβασμα» που κάνουμε όταν βάζουμε τον εαυτό μας στο επίκεντρο των τεκταινόμενων. Όλα περιστρέφονται γύρω μας, και εμείς ως παρατηρητές τα ερμηνεύουμε και τα σημειολογούμε. Μα ούτε κι αυτό είναι ακριβές. Γιατί σε αυτή την ανάγνωση δεν είμαστε στα αλήθεια στο κέντρο των γεγονότων αλλά έξω από αυτά. Το εγώ μας από τη μία και το σύμπαν από την άλλη. Τότε μόνο μπλεκόμαστε σε αυτή τη συνδιαλλαγή. Τι έχεις για μένα σύμπαν, τι μου ετοιμάζεις κόσμε, τι μου επιφυλάσσεις μοίρα. Όχι συμμέτοχοι αλλά έξω από τα γεγονότα, τον τόπο και τον χρόνο.

Λίγο αφελές μοιάζει όταν το δεις έτσι.

Ας το κρατήσουμε όμως κι ας προσποιηθούμε ότι έτσι συμβαίνουν τα πράγματα μιας και αυτό είναι το συναίσθημα της στιγμής, όσο εγωκεντρικό και αφελές κι αν είναι στη πραγματικότητα.

Υπάρχουν λοιπόν εκείνες οι σπάνιες στιγμές που ο τόπος, ο χρόνος, η συγκυρία ίσως σου «χαρίσουν» κάτι τόσο ξεχωριστό. Κάτι που θα το θυμάσαι για όλη σου τη ζωή. Το ενδιαφέρον είναι ότι δεν ξέρεις από πριν τι θα λάβεις. Όλο αυτό το κυνήγι της στιγμής απαιτεί να αποδεχτείς αυτό τον κανόνα. Να δεχθείς ότι δεν έχεις το έλεγχο στη μοιρασιά. Ότι δεν υπάρχουν εγγυήσεις, δικαιοσύνη και ηθική ανταμοιβή. Ότι είσαι εκεί για να προσλάβεις ότι σου προσφερθεί, όχι για να απαιτήσεις αυτό που θεωρείς ότι δικαιούσαι.

Φτάνω στη πεζογέφυρα.

Αρχίζω να περπατάω πάνω από το νερό. Αμέσως διαπιστώνω ότι εδώ έχει περισσότερη δράση.

Τραβάω όμορφα στιγμιότυπα. Είμαι χαρούμενος.

Ο ήλιος είναι έτοιμος να καβαλήσει τη κορυφογραμμή.

Και τότε συμβαίνει.

Εκείνη τη στιγμή κυνηγάω ένα  μακρινό κορμοράνο που πλατσουρίζει και απογειώνεται. Πίσω στο φόντο του κάδρου μου, κάτι σαλεύει. Αρχικά δε δίνω σημασία, μετά όμως αυτό το «κάτι» πλησιάζει. Μεγαλώνει. Ο φακός ξεχνάει το κορμοράνο και νετάρει πάνω στο «κάτι».

Και τότε τους βλέπω σε όλη τους τη δόξα. Μεγαλοπρεπείς σκιές που πετάνε προς το μέρος μου. Και πετάνε σε σχηματισμό. Και όλο μεγαλώνουν. Και όλο γίνεται και πιο απίθανο να τους βλέπεις, θεόρατους ιπτάμενους οργανισμούς που κάπως στέκονται στον αέρα.

Έχουν σηκωθεί από την αόρατη αποικία τους και πετάνε προς το μέρος μου. Εντελώς απρόσμενα. Εντελώς απίθανα.

Το κλείστρο παίρνει φωτιά. Όμως η αλήθεια είναι ότι πατάω το κουμπί μηχανικά. Έχω ξεχάσει ότι είμαι φωτογράφος, κυνηγός της ευκαιριακής στιγμής. Τώρα που συμβαίνει παγιδεύομαι. Από τη μία θέλω να την αποτυπώσω σε κάτι όμορφο και αξιομνημόνευτό, από την άλλη δε θέλω να τη χάσω εγκλωβίζοντας τον εαυτό μου στη τεχνική της άρτιας αποτύπωσης.

Και ενώ είμαι παγιδευμένος ανάμεσα στους δυο ασύμβατους κόσμους, αυτόν της εμπειρίας και αυτόν της αποτύπωσης της, τα πουλιά πλησιάζουν.

Και τη στιγμή που περνάνε πάνω από το κεφάλι μου, ο ήλιος εκρήγνυται πάνω στη κορυφογραμμή, αναγγέλλοντας τους.

Στο σκοτεινό φόντο των βουνών οι ράχες των πελεκάνων, ξαφνικά φωτίζονται και αστράφτουν.

Πακετάκια ενέργειας, κβάντα που γεννήθηκαν σε ένα  μικρό άστρο 8 λεπτά πριν, ταξίδεψαν προς τη γη, διαθλάσθηκαν στην ατμόσφαιρα της αμέτρητες φορές για να συναντήσουν τελικά τις ράχες των ιπτάμενων γιγάντων. Και για να διαθλασθούν για ακόμα μια φορά πριν να καταλήξουν στον αμφιβληστροειδή μου.

Για να διεγείρουν το οπτικό νεύρο, και να γεννήσουν μέσα σε ετούτο το κεφάλι, με τρόπο μυστήριο μια «πραγματικότητα».

Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, οι γίγαντες συνεχίζουν να πετάνε, και πετάνε στο σημείο εκείνο που ο ήλιος συναντάει το σκοτάδι και οι πλάτες τους φωτίζουν και αστράφτουν ενώ οι κοιλίες τους είναι ακόμα σκοτεινές.

Και σε ελάχιστες στιγμές έχουν γλιστρήσει στον πρωινό αέρα της λίμνης φτάνοντας στην άλλη άκρη της. Και συνεχίζουν για λίγο ακόμα την εναέρια χορογραφία τους, προτού στραφούν προς τα πίσω και τους καταπιούν τα βουνά.

Κι όλο αυτό κράτησε όσο μια ανάσα, ή μάλλον όσο κράτησε η απουσία της, γιατί πιθανότατα δεν ανέπνεα όσο το βίωνα. Και όλο το είδα μέσα από το μικροσκοπικό παραθυράκι της μηχανής μου.

Όταν τα πουλιά χάνονται δεν είμαι σίγουρος ότι καν συνέβη.

Όμως κάποια άλλα κβάντα αντί να ερεθίσουν τον αμφιβληστροειδή μου, ερέθισαν έναν άλλο αισθητήρα. Και το φως έγραψε ότι όλο αυτό στα αλήθεια συνέβη.

Κι έτσι έλαβα το δώρο. Που είχε να μου χάρισε ο τόπος, ο χρόνος και η συγκυρία.

 Ένα δώρο αυτά που μένουν για πάντα. Η τέλος πάντων γιά όσο κρατήσει αυτό το δικό μου «πρό».

Leave a Reply