Η ομορφια τη αναγκης

 Όλη η προσπάθεια […] είχε επικεντρωθεί στη διατήρηση της συνοχής του εξωτερικού τοίχου. Είχαν κλείσει τις πληγές του με μπάζα και πέτρες στοιβαγμένα σε σωρούς και κατόπιν στηριγμένα με υποστυλώματα. Στις κορυφές των λόφων είχαν ανορθώσει βιαστικά τείχη από ξύλο και σακιά. Οι χοντροκομμένοι λόφοι που είχαν προκύψει μοιάζανε με τεράστιες μυρμηγκοφωλιές. Ήταν άσχημες στο μάτι, βλάσφημες αλλά συνάμα στρεβλά θελκτικές με την αρρωστημένη ομορφιά που ντύνει η ανάγκη τη προχειρότητα. Τα θεοφύλακτα τείχη του Θεοδόσιου, η αγγελική αρματωσιά της βασιλεύουσας μεταμορφώνονταν με κάθε βολή των βομβάρδων σε μια χυδαία συρραφή από βαρβαρικά κοτέτσια διάστικτα με μπαλώματα ερείπιων και μπάζων. Μα αυτό όριζε η έσχατη ανάγκη και με το τρόπο του φάνταζε θεάρεστο και δίκαιο μέσα στη ασχήμια του και τη αλλοκοτιά του όπως θεάρεστο είναι το μπλαβισμένο βρέφος, βρώμικο και παραμορφωμένο την ώρα που ανταμώνει το κόσμο για πρώτη φορά.

Leave a Reply