Εξομολόγηση ενός ρατσιστή

Μια παρανόηση που συναντάω συνέχεια τόσο σε φιλικές συζητήσεις όσο και σε επίσημη αρθρογραφία για το ρατσισμό στην Ελλάδα, αφορά στην αντίληψη ότι ο ρατσισμός είναι συνειδητή ιδεολογική τοποθέτηση (και μόνο). Ότι δηλαδή ο ρατσισμός είναι μια ξεκάθαρα επιλεγμένη στάση ζωής που έχει ως θεμέλιους λίθους τη στυγνή προκατάληψη και τη κουλτούρας του μίσους. Συναντάω ξανά και ξανά μια σιγουριά ότι ρατσιστής είναι αυτός που μισεί συνειδητά και θέλει το κακό όλων αυτών στους οποίους εντοπίζει μια μη αποδεκτή κατ’ αυτόν διαφορετικότητα (φυλετική, γενετική, σεξουαλική κλπ)

Η προσέγγιση αυτή δεν αφήνει πολλά περιθώρια για αμφιβολίες η αυτοκριτική σε αυτούς που την ενστερνίζονται. Ο ρατσιστής είναι πολύ εύκολο να εντοπιστεί και να απομονωθεί. Κυρίως- και εδώ είναι το κλειδί- είναι  πολύ εύκολο για κάποιον να γνωρίζει με ασφάλεια ότι δεν είναι ρατσιστής. Απλοϊκά και όμορφα αρκεί να μην είσαι σκατάνθρωπος, αρκεί να μη θέλεις να βιοπραγήσεις ενάντια στο διαφορετικό και έχεις καθαρίσει με το τέρας του ρατσισμού. Αν δε μισείς, αν δε εύχεσαι το κακό του άλλου, αν δε σε ενοχλεί το διαφορετικό, δεν είσαι ρατσιστής. Αν μάλιστα πας ένα βήμα παρακάτω και διακηρύσσεις ότι είμαστε όλοι ίσοι, ότι έχουμε όλοι τα ιδιά δικαιώματα και άλλα τέτοια ευκολάκια τότε όχι απλά έχεις καθαρίσει αλλά δικαιούσαι και επιπλέον credits κοινωνικής καταξίωσης.

Εδώ λοιπόν εγώ εντοπίζω ένα σοβαρό πρόβλημα, αφού:

  • Μπορεί να νιώθεις ότι είσαι καλός άνθρωπος και να είσαι ρατσιστής
  • Μπορεί να είσαι υποστηρικτής σε ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στην Αφρική και να είσαι ρατσιστής
  • Μπορεί να έχεις «μαύρους φίλους» και να είσαι ρατσιστής
  • Μπορεί να είσαι γονιός παιδίου με καταγωγή από την Αφρική και να είσαι ρατσιστής

Tα γράφω όλα αυτά γιατί είμαι όλα τα παραπάνω και παρόλα αυτά είμαι ρατσιστής.

Η πιο ισχυρή, η πιο ύπουλη και βαθιά ριζωμένη έκφανση του ρατσισμού είναι αυτή που έχει εναγκαλιστεί σφιχτά με τις συστημικές αξίες και υφέρπει παράλληλα με τη λειτουργία της κοινωνίας και της καθημερινότητα μας. Ρατσισμός είναι εκείνο το σύνολο θεσμών και ευρέως αποδεκτών συμπεριφορών που δημιουργεί διάφορες ισχύος  και ανισοκατανομή στις ευκαιρίες. Είναι σημαντικό δε ότι η ανισοκατανομή γίνεται με κριτήρια που αφορούν βιολογική καταβολή δηλαδή που δε μπορούν να ελεγχθούν , να επιλέγουν ή να μετασχηματιστούν από το άτομο.

Ρατσισμός είναι όταν μεταξύ δυο ανθρώπων με πανομοιότυπες δεξιότητες, αυτός με τη λιγότερη μελανίνη έχει στατιστικά αποδεδειγμένα περισσότερες πιθανότητες να βρει δουλεία ή να νοικιάσει σπίτι ενώ ταυτόχρονα έχει στατιστικά λιγότερες πιθανότητες να δεχτεί αστυνομική βία.

Ρατσιστής είναι αυτός που ηθελημένα ή άθελα επωφελείται από αυτό το σύστημα άνισων ευκαιριών και αρνείται ή υποβαθμίζει τη ύπαρξή και τη λειτουργία του ενώ παράλληλα δυσκολεύεται να αποδεχτεί το αντίκτυπο που έχει αυτό το σύστημα στις ζωές των λιγότερο ωφελημένων.

Ο ρατσισμός δεν είναι -μόνο- η συνειδητή ιδεολογική επιλογή του μίσους ενάντια στο διαφορετικό. Ρατσισμός είναι και η ασυνείδητη άρνηση αυτής της θεμελιωμένης κατάστασης που συνεπάγεται και την άρνηση/ αντίσταση στην οποία αναγκαιότητα για αλλαγή.

Προχωράω ένα βήμα παρακάτω…

Μήπως είναι ρατσισμός οι προσχηματισμένες προσδοκίες, η γαλούχηση των ανθρώπων για το τι αναμένεται, τι απαιτείται από αυτούς με βάση τη γενετική τους καταγωγή; Μήπως κάθε φορά που βλέπεις ένα μαύρο αγόρι και του λες ότι «θα γίνεις Αντεντοκουνμπο όταν μεγαλώσεις» βάζεις μια ακόμα πέτρα στα θεμέλια του φυλετικού στερεότυπου που θέλει τους μαύρους άνδρες, ικανούς μόνο για σωματική δραστηριότητα και λιγότερο ικανούς και πνευματική/ νοητική; Μήπως του μεταδίδεις ένα ισχυρό, και συνεπές ως προς την επανάληψη μήνυμα, μια αναπόδραστη προσδοκία της κοινωνίας ότι αυτό που περιμένεις από αυτόν είναι να γίνει αθλητής; Στα χρόνια που είμαι γονιός κανένας καλοθελητής χιουμορίστας δεν είπε στο μαύρο γιό μου ότι όταν μεγαλώσει θα γίνεις νευροχειρουργός, πυρηνικός φυσικός, συνθέτης.  Η προσδοκία του κοινωνικού συνόλου είναι εκεί, είναι ξεκάθαρη και είναι άμεσα συνυφασμένη με τη αξία του παιδιού. Η επικοινωνία της είναι μια διαρκής προσλαμβάνουσα για ένα νέο άνθρωπο και σχηματοποιεί την αντίληψη του για τον εαυτό του και για αυτά που μπορεί να πετύχει αργότερα ως ενήλικος. Όταν δεν είσαι λευκός, the sky is not the limit. The skin color is the limit.

Μήπως είναι ρατσισμός το ασυνείδητο bias απέναντι στη φυλή και η αντίδρασή σου να το βαφτίσεις κάτι άλλο στο υποδεικνύουν; Μήπως είναι ρατσισμός η συμπεριφορά των συναδέλφων σου στη δουλεία που τρέχουν να πλύνουν τα χέρια τους μόλις απομακρυνθεί ο νιγηριανός πελάτης που μόλις χαιρέτισαν δια χειραψίας και που όταν τους εγκαλέσεις θίγονται και σου εξηγούν ότι το κίνητρό τους δεν είναι ρατσιστικό αλλά απλά μια χαριτωμένη «μικροβιοφοβία» μια και «στην Αφρική υπάρχουν πολλές αρρώστιες» . Μήπως είναι ρατσισμός όταν οι ίδιοι άνθρωποι μερικές ημέρες αργότερα δε χρησιμοποιούν το ίδιο λογικοφανές επιχείρημα και δεν τρέχουν να πλύνουν τα χέρια τους όταν χαιρετούν δια χειραψίας ένα λευκό μου διαμένει μονιμά στην Γκάνα;

Μήπως είναι ρατσισμός όταν ξεπλένεις τη συμπεριφορά του ξενοδόχου που επιτίθεται φραστικά στον ίδιο νιγηριανό πελάτη όταν μπαίνει στο ξενοδοχείο του ρωτώντας τον «ποιος είσαι εσύ και τι δουλειά έχεις εδώ;» Μήπως είναι ρατσισμός να μην αναγνωρίζεις τη προκατάληψη και το αντίκτυπο που έχει αυτή η συμπεριφορά σε αυτόν που γίνεται αποδέκτης της και να την εξωραΐζεις λέγοντας «έλα μωρέ αυτός ο ξενοδόχος είναι απλά ένας ξεμωραμένος γέρος»;

Μήπως είναι ρατσισμός να νιώθεις στοργή για το όμορφο μαύρο ορφανό μωρό που βρίσκεται στην Αιθιοπία και να προσεύχεσαι στην Παναγία για την ασφαλή άφιξή του στη νέα του οικογένεια και λίγες ώρες αργότερα να διατείνεσαι ότι «σκιάζεσαι» και «αγριέυεσαι» κάθε φορά που o μεγαλόσωμος Ινδός μηχανικός με το πολύ σκούρο δέρμα μπαίνει στο δωμάτιο;

Μήπως είναι ρατσισμός να είσαι λευκός γονιός και να περιγράφεις με περηφάνεια το μαύρο παιδί σου σαν «την μασκότ του σχολείου», ανάγοντας τη διαφορετικότητα του σε μοχλό διασκέδασης και εν τελη χλευασμού από τη λευκή πλειοψηφία;

Μήπως είναι ρατσισμός είναι η διαιώνιση των «χιουμοριστικών» στερεοτύπων που θέλουν και απαιτούν από τον μαύρο άνδρα να είναι σεξουαλικό αντικείμενο, εξέχων μόνο στις σωματικές προκλήσεις σε αντιδιαστολή με τις νοητικές;  Μήπως είναι ρατσισμός να διαιωνίζεις με τη πρόφαση του χιούμορ πρότυπα που οδηγούν στην  απανθρωποποίηση του μαύρου άνδρα ανάγοντας τον σε οντότητα κατευθυνόμενη από ζωώδη σεξουαλικά ένστικτα; Μήπως είναι ρατσισμός όχι μόνο να εντάσσεις το μαύρο άνδρα σε ένα καθορισμένο πλαίσιο προσδοκιών ακόμα και για το ίδιο του το σώμα αλλά να δημιουργείς και ένα αναίτιο σεξουαλικό βάρος για τη συντριπτική πλειοψηφία των ατόμων που δεν ικανοποιούν τα ανατομικά χαρακτηριστικά που επιτάσσει το στερεότυπο;

Μήπως είναι ρατσισμός είναι όταν ανοίγεις τη πόρτα σου το πρωί αντικρύζοντας ένα μαύρο άνδρα στο κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας και η πρώτη σκέψη σου είναι να καλέσεις την αστυνομία; Μήπως είναι ρατσισμός είναι να τρέξεις το ίδιο σενάριο στο μυαλό σου με ένα λευκό άνδρα και να συνειδητοποιήσεις ποσό διαφορετική είναι η πρώτη σου σκέψη;

Μήπως είναι ρατσισμός να είσαι λευκός γονιός μαύρου παιδίου και να εξηγείς στο παιδί σου ότι το χρώμα του δέρματος σου είναι «δερματί» κανονικοποιώντας τη δική σου απόχρωση και καθιστώντας στο μυαλό του το μαύρο δέρμα ως αποκλίνων;

***

Όλες οι παραπάνω είναι πραγματικές συμπεριφορές από καλοπροαίρετους ανθρώπους. Κάνεις από αυτούς τους ανθρώπους δε ψηφίζει χρυσή αυγή. Κάνεις δεν φαντασιώνεται κρεματόρια, λιντσαρίσματα και πογκρόμ. Αλλά όλοι τους με τις συμπεριφορές τους επηρεάζουν βαθιά τη ζωή τις ευκαιρίες και  το δυναμικό εξέλιξης αυτών που είναι διαφορετικοί.

Η σύνδεση δε του ρατσισμού με το απεχθές πρότυπο του ναζισμού καθιστά ακόμα πιο δύσκολο το κομμάτι της αυτοκριτικής. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις μέρες μας με εξαίρεση τα πιο ακραία πολιτικά στοιχεία κάνεις δε καλοδέχεται πλέον τη ταμπέλα του ρατσιστή. Ακόμα και μισαλλόδοξοι φαιδροί πολιτικοί που έχουν βασίσει όλη τους τη καριέρα τους στη ρητορεία του μίσους και τη δαιμονοποίηση της διαφορετικότητας (βλέπε Γεωργιάδης, Πλεύρης κλπ) «θίγονται»  όταν τους αποκαλούν ρατσιστές. Είναι ευκολά αντιληπτό λοιπόν πως όταν ακόμα και οι πιο εξόφθαλμοι ρατσιστές αποποιούνται με σιγουριά τον όρο, πόσο δύσκολο είναι για ένα μετριοπαθή άνθρωπο να προβεί στην ενδοσκόπηση που απαιτείται για να συνειδητοποιήσει ότι οι πράξεις του μπορεί να έχουν ρατσιστικό περιεχόμενο ή κίνητρο.

Γι’ αυτό και είναι αναγκαίο να συνειδητοποιήσουμε ότι ο ρατσισμός κινείται υπόγεια των συνειδήτων επιλογών και συμπεριφορών μας. Ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε ότι έχει και τεκμηριωμένο βιολογικό υπόβαθρο. Ο κωδικοποιημένος φόβος και η καχυποψία απέναντι στο διαφορετικό, η ικανότητα του εγκεφάλου για άμεσο εντοπισμό και κωδικοποίηση του πρέπει να αποτέλεσε πολύτιμο εξελικτικό εργαλείο για τους προγόνους μας. Ζώντας σε μικρές αγέλες, οι πρώτοι άνθρωποι ήταν αναγκασμένοι να ταυτοποιούν οποιοδήποτε άτομο έξω από την αγέλη ως επικίνδυνο. Ότι απέκλινε φαινοτυπικά από τα χαρακτηριστικά της ομάδας ήταν εν δυνάμει απειλή.  Αυτό το αντιληπτικό «κόψιμο δρόμου» δούλεψε για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια και έπαψε να είναι αποτελεσματικό  κριτήριο αξιολόγησης της απειλής μόλις «χθες» (με κριτήρια εξελικτικού χρόνου) όταν δηλαδή εγκαταλείψαμε τη  ζωή στις σαβάνες ως τροφοσυλλέκτες/ κυνηγοί και περάσαμε σταδιακά σε αγροτικές, βιομηχανίες και τελικά παγκοσμιοποιημενες κοινωνίες. Εν κατακλείδι είμαστε βιολογικά προγραμματισμένοι να φοβόμαστε το διαφορετικό. Η υπέρβαση αυτό του φόβου απαιτεί ιδιαίτερη και ενσυνείδητη προσπάθεια ώστε η νόηση να υπερνικήσει το ένστικτο.  Απαιτεί διαρκή αυτοέλεγχο και αυτοκριτική από όλους εμάς, τους ωφελημένους του συστημικού ρατσισμού. Για αυτό λοιπόν όταν έγραφα παραπάνω:

«Tα λέω όλα αυτά γιατί είμαι όλα τα παραπάνω και παρόλα αυτά είμαι ρατσιστής.» προφανώς δεν εννοούσα ότι είμαι ρατσιστής συνειδητά ενστερνιζόμενος την απεχθή ιδεολογία του φυλετικού μίσους, ούτε ότι νιώθω μια φυλετική ανωτερότητα που πηγάζει από τη μειωμένη μελανίνη στο δέρμα μου. Εννοώ ότι είμαι ρατσιστής κάθε φορά που δεν καταφέρνω να αναγνωρίζω και να ελέγξω τις προκαταλήψεις που είναι ριζωμένες στη προσωπικότητα και την αντίληψη μου και που έχουν προκύψει ως αποτέλεσμα τόσο του βιολογικού προγραμματισμού μου όσο και της εφ’ όρου ζωής κατήχησης τα πρότυπα κανονικότητας που έχουν τοποθετήσει  στο επίκεντρο του κόσμου το λευκό άνδρα.

Η κανονικότητα του πολιτισμού μας είναι λευκή και ότι στέκεται έξω από αυτή τη κανονικότητα ξεκινάει με μειονέκτημα στο στίβο της ζωής. Δε πρέπει να φοβόμαστε να έρθουμε αντιμέτωποι με το ρατσισμό μας. Δε πρέπει να φοβόμαστε μήπως χαρακτηριστούμε ρατσιστές από αυτούς που βιώνουν τη ανισότητα. Αντίθετα πρέπει να φοβόμαστε τις συνέπειες του ρατσισμού όταν αυτός παραμένει λανθάνων και ριζωμένος βαθιά μέσα μας και κατά συνέπεια ελεύθερος να διαβρώσει τα πάντα.

Αυτή η συνειδητοποίηση είναι το διακύβευμα και το ελάχιστο χρέος μας. Αυτή οφείλει να είναι και η αφετηρία για τις μελλοντικές  πράξεις μας.

Για τώρα και για πάντα.

Leave a Reply