Ίσως να πήρε το μάτι σας ένα post που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό στο Facebook για την “ιεραρχία σε μια αγέλη λύκων”. Αν όχι, το post πήγαινε κάπως έτσι:

Η φωτογραφία δείχνει την ιεραρχία σε μια αγέλη λύκων. Οι τρεις πρώτοι λύκοι είναι οι πιο αδύναμοι και άρρωστοι. Αυτοί που ρυθμίζουν το βάδισμα. Αν αντιστραφεί η σειρά, θα μείνουν πίσω θα χαθούν. Στην περίπτωση ενέδρας, είναι οι πρώτοι που θα χαθούν. Πηγαίνοντας μπροστά, ανοίγουν το δρόμο μέσα στο χιόνι και το πατικώνουν. Πίσω τους ακολουθούν πέντε ισχυροί λύκοι σχηματίζουν την πρωτοπορία, ενώ στη μέση, είναι ο πλούτος της αγέλης, 11 θηλυκές, στη συνέχεια, άλλοι πέντε λύκοι σχηματίζουν τα μετόπισθεν. Και τελευταίος, σχεδόν απομονωμένος από την αγέλη, είναι ο αρχηγός-ηγέτης, θα πρέπει να επιτηρεί την αγέλη, να την ελέγχει άμεσα, να συντονίζει και να δίνει τις απαραίτητες εντολές.
Η ιστορία είναι -προφανώς- μούφα. Και το γεγονός ότι έγινε πιστευτή και καταναλώθηκε ευρέως καταδεικνύει για ακόμα μια φορά τη στρεβλή αντίληψη που έχουμε για το πώς λειτουργεί η φύση αλλά και την απουσία ουσιαστικής διερευνητικής ματιάς απέναντι στην εκάστοτε πληροφορία που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο. Πέρα όμως από αυτή τη γενική παρατήρηση, η ιστορία των λύκων είναι μια ενδιαφέρουσα αφορμή να μιλήσουμε για πιο συγκεκριμένες λογικές αστοχίες που σχετίζονται με τη κατανόηση και ερμηνεία του φυσικού κόσμου.
Η πρώτη (και πιο ανυπόφορη κατά τη γνώμη μου) είναι ανθρωπομορφισμός, η τάση μας δηλαδή να αναζητούμε ανθρώπινα μοτίβα στις φυσικές διαδικασίες και να τις κατηγοριοποιούμε βάση αυτών. Ο ανθρωπομορφισμός είναι τόσο παλιός όσο και οι ανθρώπινες ιστορίες και στην αρχική του μορφή εμφανίζεται κυρίως σε αλληγορίες και παραβολές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι μύθοι του Αίσωπου που πέρα από την αναμφισβήτητη παιδαγωγική τους αξία στην “διάπλαση των παίδων” ταυτόχρονα αναθρέφουν γενιά με γενιά με την πίστη ότι ο φυσικός κόσμος λειτουργεί με κριτήρια και ηθικές επιταγές αντίστοιχες των ανθρώπινων. Στις μέρες ο ανθρωπομορφισμός παραμένει κυρίαρχο χαρακτηριστικό της κουλτούρας μας με πιο κραυγαλέα παραδείγματα τις ταινίες της Disney (κλπ) με τα ομιλούντα ζώα που σκέφτονται και δρουν σαν άνθρωποι. Πιο διακριτική αλλά εξίσου αποπροσανατολιστική είναι εκείνη η κατηγορία documentaries που προκειμένου να γίνουν ποιο εμπορικά βάζουν στην άκρη την επιστημονική αποστασιοποιημένη ματιά και αντί αυτής υιοθετούν μια συγκινησιακή αφήγηση όπως αυτή της ιστορίας των λύκων. Η δύναμη αυτών των ταινιών και το αποτύπωμα τους στη δημιουργία αρχετύπων για το φυσικό κόσμο αντικατοπτρίζεται στο τρόπο που καταλήγουμε να αντιλαμβανόμαστε ως ενήλικες τη φύση. Από μικροί μαθαίνουμε να αποδίδουμε στα ζώα ανθρώπινες συμπεριφορές και να αναζητούμε σε αυτά ανθρωπινά χαρακτηριστικά. Ο ανθρωπομορφισμός όμως απογυμνώνει τα ζωντανά πλάσματα από τα εγγενή χαρακτηριστικά τους και τα υποβαθμίζει σε καρικατούρες της ανθρώπινης φύσης. Στη πραγματικότητα μιλάμε για διαφορετικά είδη, για διαφορετικά δομημένους εγκέφαλους και για συμπεριφορές που έχουν αναδυθεί από ξεχωριστά εξελικτικά μονοπάτια. Εν τέλει μιλάμε για πλάσματα με διαφορετική αντίληψη και συμπεριφοριστικά μοτίβα εγγενώς διαφορετικά από τα ανθρωπινά. Είναι αδύνατο να τα κατανοήσουμε αναζητώντας ανθρώπινες συμπεριφορές σε αυτά.
Ο ανθρωπομορφισμός εκδηλώνεται πιο έντονα όσο πιο κοντά πλησιάζουμε τους εξελικτικούς συγγενείς μας. Οι λύκοι ως ανώτερα θηλαστικά και ζώα με εξελιγμένα κοινωνικά ένστικτα είναι συχνά θύματα ανθρωπομορφισμού. Παλαιοτέρα υπήρξαν σημείο αναφοράς ως villains των παραμυθιών, αλλά πλέον μετά το retouch του Νew Αge έχουν υποστεί εξ ολοκλήρου rebranding ως εκφραστές μιας νέο-ινδιάνικής, hippie υποκουλτούρας όπου και φιγουράρουν να ουρλιάζουν αγέρωχοι πάνω σε μαύρα XXL κρεμανταλαδικά t-shirts και σε βυτία βοθρατζήδων. Έτσι όταν εμφανίζεται ένα κείμενο όπως το εν λόγω post που να επιβεβαιώνει αυτά τα μοτίβα, είμαστε έτοιμοι να το πιστέψουμε χωρίς πολύ σκέψη παρότι βρίθει από ανθρωπομορφισμό μιλώντας για «ενέδρες», για «πλούτο της αγέλης», για «ηγέτη» που «συντονίζει και δίνει εντολές» κλπ. Η ειρωνεία είναι ότι στη προσπάθεια μας να καταλάβουμε το ζωικό βασίλειο μέσα από αυτό το ανθρωπομορφικό πρίσμα, στη πραγματικότητα απομακρυνόμαστε από την ουσιαστική κατανόηση του.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα ανθρωπομορφισμού που απαντάται συχνά έχει να κάνει με τη σύγκριση σκύλων και γατών όσον αφορά την ικανότητα τους να νιώσουν αγάπη για τους ανθρώπους ιδιοκτήτες τους. Κρίνοντας με ανθρώπινα κριτήρια δεν είναι δύσκολο να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι οι σκύλοι έχουνε μεγαλύτερη φυσική ικανότητα για αγάπη. Η «αγάπη» όμως σε αυτή τη περίπτωση είναι ένα συναίσθημα που αναγιγνώσκεται και ερμηνεύεται με ανθρώπινα κριτήρια τα οποία ο σκύλος ως κοινωνικό ζώο σαφώς και πληροί καλύτερα από τη γάτα. Οι λύκοι (και οι σκύλοι ως άμεσοι απόγονοι τους) εξελίχτηκαν ως κοινωνικά ζώα καθώς η ζωή σε αγέλες τους εξασφάλιζε πλεονέκτημα στο αγώνα της επιβίωσης (ειδικά για στα κυρίαρχα ζώα της αγέλης). Ως συνέπεια τα ζώα ευρισκόμενα χαμηλότερα στην ιεραρχία επιστρατεύουν τακτικές όπως η επίδειξη υποτέλειας και πίστης για να ενισχύσουν τη θέση τους σε αυτή. Η εκδήλωση πίστης των ζώων που βρίσκονται χαμηλά στην ιεραρχία της αγέλης αποσκοπεί στη μετρίαση της επιθετικότητας των κυρίαρχων ζώων της αγέλης. Παρατηρώντας αυτή τη συμπεριφορά των σκύλων μέσα από ανθρωπομορφικό πρίσμα καταλήγουμε να μεταφράζουμε μια καθαρά εξελικτική χειριστική τακτική ως “αγάπη” και “αφοσίωση”. Στη πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα εξελικτικό τέχνασμα που τυγχάνει να κουμπώνει επιτυχημένα με τις ανθρώπινες προσδοκίες και αδυναμίες περί πίστης και αγάπης. Από την άλλη, στη περίπτωση των γατών η αποτελεσματικότητα τους ως κυνηγοί τις οδήγησε σε ένα εντελώς διαφορετικό –μοναχικό – εξελικτικό μονοπάτι που η συγκέντρωση σε αγέλες όχι μόνο δεν τους προσφέρει πλεονεκτήματα άλλα αντίθετα τους επέφερε μειονεκτήματα. Αυτό σημαίνει ότι η γάτες δεν ανέπτυξαν μηχανισμούς κοινωνικοποίησης. Η απουσία αυτών των μηχανισμών εκλαμβάνεται μέσα από το ανθρωπομορφικό πρίσμα ως αδυναμία της γάτας να αγαπήσει.
Περά από τον ανθρωπομορφισμό, η ιστορία με τους λύκους καταδεικνύει την ευπιστία με την όποια είμαστε έτοιμοι να πιστέψουμε οτιδήποτε επιβεβαιώνει αυτό που ήδη ξέρουμε η πιο σωστά που νομίζουμε ότι ξέρουμε. Τι νομίζουμε ότι ξέρουμε στη συγκεκριμένη περίπτωση; Ότι η φύση είναι σοφή, πανάγαθη και λειτούργει μέσα από ένα πλάνο που εξασφαλίζει μακροπρόθεσμη δικαιοσύνη και ισορροπία. Ότι υπάρχει ένα σχέδιο λειτουργίας και ηθικής του κόσμου προερχόμενο από ένα ανώτερο προγραμματισμό το οποίο ακτινοβολεί μέσα από τις πράξεις λύκων. Με απλά λογία και δε καταλαβαίνουμε πως λειτουργεί η φύση και χάφτουμε κάθε ανοησία που μας επιβεβαιώνει ότι λειτουργεί όπως θα θέλαμε να πιστεύουμε. Πρόκειται για μια χαρακτηριστική περίπτωση υποκειμενικής επιβεβαίωσης δηλαδή της τάση μας να δεχόμαστε ως αληθινό ότι επιβεβαιώνει αυτά που ήδη γνωρίζουμε.
Αυτή η τελευταία παρατήρηση μας φέρνει στο τρίτο και πιο δυσδιάκριτο αλλά και πιο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό αυτής της ιστορίας με τους λύκους το οποίο όμως σκιαγραφεί μια συμπεριφορά εξαιρετικά συνηθισμένη στο διαδίκτυο. Αναφέρομαι στη τάση μας να αναζητούμε εξηγήσεις και αποδείξεις στη φύση για να επιχειρηματολογήσουμε υπέρ η εναντίον μιας ανθρώπινης συμπεριφοράς ή κατάστασης. Αυτό ονομάζεται επίκληση στη φύση και είναι ένα τυπικό παράδειγμα λογικού ατοπήματος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η επίκληση στη φύση δεν προκύπτει από την ιδία την ιστορία άλλα από τη περαιτέρω χρήση της ως παράδειγμα / παραβολή ηθικού βίου (αφού οι λύκοι μπορούν να πορεύονται τόσο αρμονικά και σοφά, τότε μπορούν και οι άνθρωποι) Οι επικλήσεις στη φύση ξεφυτρώνουν συνεχώς στις διαδικτυακές αντιδικίες. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η επίκληση των υποστηρικτών της κρεατοφαγίας στους ανθρωπίνους κυνόδοντες ως τεκμήριο ορθότητας για τη κατανάλωση κρέατος (έχουμε κυνόδοντες άρα είναι στη φύση μας να τρώμε κρέας, άρα είναι σωστό να τρώμε κρέας) αλλά και το αντίστοιχο αντεπιχείρημα των υποστηρικτών της χορτοφαγίας ότι οι κυνόδοντες μας είναι εξελικτικό απομεινάρι και έχουν πάψει να είναι χρηστικοί για το σκίσιμο της σάρκας, άρα κατά συνέπεια δεν θα πρέπει να τρώμε κρέας (δεν έχουμε χρηστικούς κυνόδοντες, άρα δεν είναι πλέον στη φύση μας να τρώμε κρέας άρα είναι λάθος να τρώμε κρέας). Μια άλλη κλασσική περίπτωση συναντάται στα απανταχού εμφανιζόμενα ομοφοβίκά σχόλια που υποστηρίζουν ότι «η ομοφυλοφιλία είναι αφύσική» άρα και λανθασμένη. Αλλά και τα σχόλια που αντιπαρέρχονται της ομοφοβίας πέφτουν στην ίδια παγίδα (η ομοφυλοφιλία είναι ευρέως διαδεδομένη στα ανώτερα θηλαστικά, άρα η ομοφυλοφιλία είναι αποδεκτή συμπεριφορά). Οι επικλήσεις στη φύση δε λείπουν από και από φαινομενικά «ψαγμένες» πολιτικές αναλύσεις. Ίσως το απεχθέστερο και ποιο επικίνδυνο παράδειγμα επίκλησης στη φύση αποτέλεσε ο Κοινωνικός Δαρβινισμός με φριχτότερη προέκταση αυτού με το ναζιστικό τερατούργημα της ευγονικής.
Η λογική αστοχία των επικλήσεων στη φύση πηγάζει από το γεγονός ότι εδώ και αιώνες τα φυσικά μας ένστικτα έχουν πάψει να είναι οι κυρίαρχοι παράγοντες έλεγχου της συμπεριφοράς μας και έχουν υποδαυλιστεί από το επίκτητο πλαίσιο κανόνων που ονομάζουμε ανθρώπινη ηθική. Εννοείται ότι οι φυσικές τάσεις εξακολουθούν να επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τη συμπεριφορά μας αλλά ουσιαστικά από την αυγή των πρώτων εξελιγμένων κοινωνικών δομών που αντικατέστησαν τις τροφοσυλλεκτικές ομάδες της προϊστορίας και έπειτα αναθεωρήσαμε τα κέντρα ελέγχου των πράξεών και αντικαταστήσαμε τη ενστικτώδη και το αυτόματη πράξη με τη σκεπτόμενη και τη διορατική.
Κατά συνέπεια δεν έχει λογική βάση να χρησιμοποιούμε μεμονωμένες συμπεριφορές που παρατηρούμε στο ζωικό βασίλειο για να αξιολογήσουμε (θετικά ή αρνητικά) αντίστοιχες ανθρώπινες γιατί πολύ απλά η ανθρώπινη ηθική μας έχει κυριαρχήσει ως συνειδητή επιλογή των φυσικών ένστικτων μας. Δεν έχει σημασία για την ηθική μας το τι παρατηρούμε στη φύση και δε μπορούσε να τεκμηριώνουμε την ορθότητα των ηθικών αξίων μας μέσα από τη παρατήρηση της φύσης. Όταν το κάνουμε αυτό ούτως ή άλλως υποπίπτουμε σε περιπτωσιολογικό ατόπημα. Η ηθική στάση μας απέναντι στην κρεατοφαγία ή την ομοφυλοφιλία δε μπορεί να τεκμηριωθεί ούτε θετικά ούτε αρνητικά με βάση τις παρατηρήσεις του φυσικού κόσμου όπως δε μπορεί (ελπίζω) να τεκμηριωθεί η βρεφοκτονία, η αιμομιξία, η κοπροφαγία και πληθώρα άλλων συμπεριφορών που απαντώνται ευρέως στο ζωικό βασίλειο (άλλα και κατά περίπτωση στις πρωτόγονες ανθρώπινες κοινωνίες ακόμα και στις ημέρες μας) αλλά θεωρούνται αποτρόπαιες από την κρατούσα ηθική μας. Από τη στιγμή που παραδώσαμε τα ηνία από το ένστικτο στην γνώση, δεν έχει νόημα να στρεφόμαστε στη φύση για παραδείγματα προς μίμηση. Γι αυτό το λόγο, ακόμα και να ήταν αληθινή η ιστορία με τους λύκους δεν έχει ιδιαίτερη αξία να τη χρησιμοποιούμε σαν παραβολή ή σαν ηθικό πρότυπο. Οι λύκοι είναι απλά ένα άλλο είδος με δικά του συμπεριφοριστικά μοντέλα που εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια εξελικτικής δράσης τους έφεραν σε ισορροπία με το περιβάλλον τους. Όσο ουσιαστικό είναι να το παρατηρούμε ως φαινόμενο για να το κατανοήσουμε άλλο τόσο ανούσιο είναι να το ανάγουμε σε ανώτερη γνώση και αδιαμφισβήτητη φυσική σοφία.
Νομίζω πως η ρίζα του λογικού ατοπήματος της επίκλησης στη φύση έγκειται τόσο στη θεοποίηση του φυσικού κόσμου (κουσούρι που μας κληρονόμησε ο γερμανικός -και όχι μόνο- Ρομαντισμός) όσο και η πολύ αρχαιότερη τελεολογική προσέγγιση του φυσικού κόσμου (που κρατάει από Αριστοτέλη μεριά και που παρά το πέρασμα του Διαφωτισμού δε καταφέραμε ποτέ να τη ξεφορτωθούμε απόλυτα). Όσον αφορά το Ρομαντισμό η επίδραση του είναι ξεκάθαρη σε μυθολογίες όπως η ιστορία των λύκων. Το φυσικό οικοδόμημα ανάγεται σε θεόσταλτο πρότυπο που λειτουργεί τέλεια και ο άνθρωπος παρατηρεί και μαθαίνει από την παντοτινή σοφία της. Όσον αφορά τη τελεολογική προσέγγιση του κόσμου τα πράγματα είναι κάπως πιο περίπλοκα. Ξεκινώντας από την υπόθεση ότι η κινητήριος δύναμη των πάντων (συμπεριλαμβανόμενων και των πράξεων μας) είναι ο εγγενής σκοπός τους, ανάγουμε τη φύση σε μεταφυσικό καθοδηγητή / μέσο πραγμάτωσης αυτού του εγγενούς σκοπού. Από κει είναι εύκολο να γυρίσουμε αντίστροφα τη συλλογιστική, παρατηρώντας φυσικές διεργασίες και προβάλλοντας τες πάνω μας ως ορθές
Πχ
– Γιατί οι λύκοι συμπεριφέρονται έτσι;
– Γιατί η εγγενής ιδιότητα του να είσαι λύκος προϋποθέτει και αυτή τη συμπεριφορά που εκφράζεται ως αλληλεγγύη προς τα αδύναμα μέλη της ομάδας.
Άρα βλέποντας τον λύκο να συμπεριφέρεται όπως καθορίζει η εγγενής ιδιότητα του να είσαι λύκος έτσι μπορούσε με αντιστροφή να προβάλουμε την συμπεριφορά αυτή ως σωστή και για τον άνθρωπο που έχει απολέσει το εγγενή σκοπό του έχοντας χάσει την επαφή του με τη φύση.
Αν και η στρεβλότητα αυτής της συλλογιστικής θα έπρεπε να είναι δεδομένη, εξακολουθεί να μας στοιχειώνει και φαίνεται ότι έχουμε πολύ δρόμο ακόμα για να τη ξεφορτωθούμε.
Τι συμπέρασμα μπορούμε να βγάλουμε από όλα αυτά;. Κυρίως ότι ιστορίες όπως αυτή των λύκων τείνουν να είναι γραμμένες απλοϊκά στοχεύοντας στο συναίσθημα και όχι στη απεικόνιση μιας αντιπροσωπευτικής εικόνας του φυσικού κόσμου. Όταν απαλλάξουμε την παρατήρηση του φυσικού κόσμου από την ανθρωπομορφική μάτια, την αποσυνδέσουμε από το βάρος της επιβεβαίωσης των ηθικών αξιών μας (και κατά συνέπεια τον απελευθερώσουμε από τις ανασφάλειες μας) και κοιτάξουμε με ειλικρίνεια χωρίς να αποστρέφουμε το βλέμμα από τα άβολα δεδομένα ή να παρασυρόμαστε από τη περιπτωσιολογία και τις στατιστικές ανωμαλίες, τότε ίσως μπορούμε πραγματικά να κατανοήσουμε αυτό που μας περιβάλει.