Το 2015 ήταν μια μεταβατική χρονιά. Αλλά τώρα που το καλοσκέφτομαι όλες οι τελευταίες χρόνιες υπήρξαν ύποπτα μεταβατικές. Ήταν επίσης μια χρόνια απωλειών (όπως ήταν και το 2014).
Καταρχήν χάσαμε τη γιαγιά. Ο φυσικός θάνατος της ήταν η κατάληξη μιας θλιβερής διαδικασίας νοητικού ξεθωριάσματος που ξεκίνησε αρκετό καιρό πριν το οριστικό τέλος. Όταν τελικά συνέβη έμοιαζε περισσότερο με διαδικαστικό γεγονός. Η ουσία είχε πετάξει πολύ πριν τον επίλογο του βιβλίου.
Η γιαγιά υπήρξε ένας χαμένος ποιητής. Όποτε την επισκεπτόμουν με εξέπληττε με ατάκες που μαρτυρούσαν μια ισχυρή, ευφάνταστη και εύγλωττη αντίληψη της πραγματικότητας. Μικρός νόμιζα ότι όλοι οι ηλικιωμένοι άνθρωποι μιλάνε όπως η γιαγιά όντας “σοφοί” και “παλιοί”. Μου πήρε αρκετά χρόνια να καταλάβω ότι η ευγλωττία και η φαντασία της γιαγιάς ήταν ένα παραγνωρισμένο χάρισμα που κανένας δεν μπόρεσε να εκτιμήσει στο περιβάλλον σχεδόν ολοκληρωτικού αναλφαβητισμού μέσα στο οποίο μεγάλωσε.
Άρχισα να γράφω τις ατάκες της όταν ήταν πια πολύ αργά για να μαζέψω αρκετές ώστε να διασώσω την ουσία της σκέψη της. Μια από τις λίγες ατάκες που κατέγραψα πριν το μυαλό της παραδοθεί ανεπιστρεπτί στη γεροντική άνοια, ήταν σε μια από τις τελευταίες φορές που την επισκέφτηκα. Τη ρώτησα τότε “πως ήταν” και αυτή γέλασε λίγο πικρά και μου απάντησε:
Πώς να ‘μαι γιουκα μου. Πυρώνω την καρέκλα. Εγώ το εισιτήριο μου το έχω κλείσει, μένει να δούμε ποτέ θα το σφραγίσω.
Έκανε συχνά αστεία με το Χάρο αλλά κατά βάθος φοβόταν το θάνατο όπως όλοι μας. Μια άλλη φορά μου είχε περιγράψει τη συνάντηση που είχε με το Χάρο στον ύπνο της το προηγούμενο βράδυ:
Ήρθε ο Χάρος και με έπιασε από το μπράτσο και με τράβαγε. Τρόμαξα γιατί ήθελε να πάω μαζί του. Και ήταν Γιώργη μου βαρύ το χέρι του Χάρου, να ξέρες πόσο βαρύ ήταν.
Κατάφερε να του ξεφύγει εκείνη τη φόρα. Του πήρε άλλα δυο-τρία χρόνια του μπάσταρδου για να τελειώσει τη δουλειά. Αναρωτιέμαι όμως μερικές φορές ποτέ πέθανε στα αλήθεια η γιαγιά. Σίγουρα πάντως πολύ πριν τη τελική αστοχία του σώματος, σε εκείνο το άθλιο δωμάτιο του γηροκομείου που βρομούσε θανατίλα. Το μυαλό της, θεματοφυλάκιο μιας προσωπικότητας τόσο οξείας που ακόνιζες πάνω της μαχαίρια στην ακμή της [1] είχε αρχίσει να καταρρέει σταδιακά. Αναρωτιέμαι ποια ήταν άραγε εκείνη η μέρα που η γιαγιά έπαψε πια να είναι η γιαγιά και έμεινε ένα κέλυφος που συντηρούσε αντανακλαστικές οργανικές και νοητικές λειτουργίες. Κανείς μας δεν το πήρε χαμπάρι. Πως θα μπορούσε άλλωστε; Άραγε έγινε αντιληπτό από την ίδια τη γιαγιά αυτό το δυσδιάκριτο μεταίχμιο;
Δε χάθηκε μόνο τη γιαγιά το χρόνο που πέρασε. Ίσως η πιο επίπονη απώλεια ήταν η απώλεια των γλυκών ψευδαισθήσεων που με συντρόφευαν για πολλά πολλά χρόνια. Η πραγματικότητα είναι μεγάλη καριόλα. Και η εμπειρία είναι ένα βραδυφλεγές δηλητήριο που διαβρώνει την γλυκιά αφέλεια με την όποια γεννιόμαστε και περνάμε τα καλύτερα χρόνια της ζωής μας. Μέχρι που κάποια στιγμή, αναπόφευκτα ερχόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο με τις ατέλειες της ανθρώπινης φύσης. Και τελικά το μόνο που καταφέρνουμε είναι να τραβάμε τη μικρή κλωστουλα που προεξέχει και καταλήγουμε να ξηλώνουμε όλο το υπέροχο υφαντό των γλυκών ψευδαισθήσεων. Είναι μαλακία, γιατί το υφαντό είναι εκεί για να κρύβει άσχημα πράγματα, για να μας προστατεύει από τη πραγματικότητα. Έχω μια φίλη που φοβάται το εξώτερο Διάστημα γιατί το αντιλαμβάνεται ως καταθλιπτικά κενό, απέραντο και άσκοπο. Το υφαντό μας προστατεύει από το εσώτερο Διάστημα, το καταβροχθιστικό παραλογισμό της ίδιας της ανθρώπινης φύσης. Δε ξέρω γιατί το κάνουμε, γιατί τραβάμε τη κλωστουλα, αλλά η γαμημένη παραείναι προκλητική και οι άνθρωποι παραείμαστε αδύναμα και ελαττωματικά πλάσματακια. Είναι να μη τη δεις για πρώτη φορά τη πουτάνα τη κλωστουλα…
Άπαξ και αρχίσει, αναρωτιέμαι αν επιβραδύνεται /αντιστρέφεται ποτέ αυτή η διαδικασία της αποδόμησης των ψευδαισθήσεων ή αν στο τέλος του δρόμου υπάρχει μόνο μοναξιά για όλους.
Σαν να μην έφταναν αυτά, ο χρόνος κομίζει και φυσική απώλεια. Άλλοτε αναμενόμενη και επιπόλαιη άλλοτε σοβαρή και απρόσμενη. Το σύστημα επιμένει να πετάει alarms για μη επισκευάσιμες φθορές. Αλλά με το αποτέλεσμα προδιαγεγραμμένο, το μόνο που μπορεί κανείς να πράττει είναι να σημειώνει κυνικά τις χαμένες ζωούλες και να συνεχίζει με ιερό καθήκον να υποβάλει το κέλυφος σε περαιτέρω φθορά.

Μέχρι να μη πάει άλλο πια.
Οπότε τι; Έχουν χαθεί όλα; Hardly! (που λένε και οι Κοινούσοι) Τη τελική είμαστε ακόμα εδώ. Μέσα από τα σκατά μπορούν να φυτρώσουν όμορφα πράγματα. Παρά τα alarms, το σώμα μοιάζει (ακόμα) να δουλεύει καλύτερα από ποτέ εκεί που μετράει πιο πολύ. Και στην αυγή της μη αναστρέψιμης απώλειας, το μέλλον ήδη έχει αρχίσει να υπόσχεται όμορφα, ολοκαίνουρια cheetah…
Μένει να δούμε. Καλή χρονιά σε όλους/ες
Παραπομπές:
[1] David Given, 2007