Eνα συμπαν πιο φτωχο

Στέκομαι στη κηδεία του Νίκου. Και συνάμα με τη ανείπωτη θλίψη, και πάνω από την οργή για το άδικο, εκείνο που με κυριεύει είναι η σύγχυση.

Δε μπορώ να διαχειριστώ το παράλογο αυτού του κόσμου. Πότε δε μπορούσα. Mα τώρα που έχασα το Νίκο νιώθω το παράλογο αυτό να γιγαντώνεται και να με στραγγαλίζει.

Ότι και να σκεφτώ, ότι και να πω, ότι και να γράψω ο Νίκος δεν υπάρχει πια. Και η απολυτότητα αυτού του ανείπωτου δεδομένου είναι χυδαία και πέρα για πέρα συνθλιπτική.

Σε ένα κόσμο που βρίθει από καθάρματα και σκατόψυχους, το συμπάν, το γαμημένο παράλογο σύμπαν διάλεξε τη τελευταία αγνή ψυχή για να εξαφανίσει.

Και είναι οξύμωρο. Και είναι και τραγικό. Γιατί στη περίπτωση του Νίκου, το συμπάν αποστερήθηκε περισσότερα χάνοντας τον, από ότι αποστέρησε από εκείνον.

Δε μπορώ να το χωνέψω.

*****

Είχα χρόνια να κλάψω. Ότι πόνο βίωνα, τον βίωνα πνιχτά. Σιωπηλά. Μα τη περασμένη Τρίτη ξέσπασα σε κλάματα σαν έμαθα τι έγινε.

Ξέσπασα σε κλάματα και τη Παρασκευή. Όταν συνάντησα τους γονείς και την αδερφή του Νίκου στη κηδεία του. Ήταν η πρώτη φορά που τους αντίκρυζα. Και μου είπαν ευθύς μέσα στο πόνο τους ότι εκείνος τους μιλούσε συχνά για εμάς. Και ότι τους μιλούσε κυρίως για τον Μ. Ήταν απρόσμενη μαχαιριά αυτή η συνειδητοποίηση. Σα να τον χάναμε για δεύτερη φορά που είπε και η Δ.

Ξέσπασα σε κλάματα και όταν αναρωτήθηκα για το νόημα όλων εκείνων που κάναμε παρέα με το Νίκο. Ήταν βλακείες όλα αυτά; Τα βουνά, τα βράχια, η ζωή έξω από τα στείρα δεδομένα των τοίχων και των τσιμέντων; Ήταν ηλίθιο αυτό που αγαπούσαμε να κάνουμε με το Νικολάκη; Η γλυκιά τυραννία της κακουχίας; Το ζωογόνο ρίσκο που νομίζαμε ότι ελέγχουμε;

Ξέσπασα σε κλάματα ρωτώντας τη Δ αυτή την ερώτηση.

Όμως δεν έχει μόνο κλάματα αυτή η ιστορία…

*****

Γιατί σαν τον φαντάζομαι το Νικολάκη εκεί πάνω, σε αυτό το μαγικό κι αγαπημένο μέρος, αγαλλιάζει η ψυχή μου. Τον σκέφτομαι να ξυπνά μόνος του, πρωί πρωί όταν όλοι οι άλλοι είναι ακόμα κοιμισμένοι. Και χαρούμενος, σα άτακτο μικρό παιδί, να τράβα για εκεί πάνω να κάνει το δικό του. Και είναι πολύ γνώριμο και καταπραϋντικό αυτό, γιατί αυτός ήταν ο τρόπος μας, αυτή ήταν η κοινωνία μας με την γαλήνη των βράχων.

Να είμαστε παρόντες, μάρτυρες μια ιδιαίτερης ευτυχίας που άνθιζε όταν όλοι οι άλλοι απουσίαζαν…

Δεν έχω ίχνος οίκτο ή αμφιβολία για την ομορφιά της τελευταίας του πράξης. Το φέρνω στο νου μου εκεί πάνω, στην απόλυτη αμόλυντη ομορφιά του Αγιοφάραγγου και μπορώ να νιώσω την ικανοποίηση του, να στέκεται κατάμονος, solo στη ησυχία της φύσης. Και κλαίω και γελάω. Από χαρά και από λύπη και από θυμό ταυτόχρονα.

Λίγοι μπορούν να καταλάβουν αυτή την αγαλλίαση του «εκεί πάνω». Και ο Νίκος ήταν ένας από αυτούς τους λίγους.

Δε ξέρω αν ήταν λάθος το μονοπάτι που πήραμε. Αλλά αν έτσι καταλήξει η ετυμηγορία της ζωής, τουλάχιστον ήταν ένα λάθος που χρωμάτισε όμορφα το δρόμο μας. Γιατί η μοναδική βεβαιότητα τούτου του δρόμου είναι το  τέλος του. Αλλά η χάραξη του, τα βουνά που θα ανηφορίσει, οι ανοιχτές θάλασσες που θα αντικρύσει, ετούτα είναι το θνητό χρέος μας.

Ελπίζω να τη φχαριστηθηκες πολύ πολύ αυτή τη βόλτα τη τελευταία φιλαράκι. Ελπίζω να έμεινες για λίγο πάνω σε εκείνο το μυτίκι, σε αυτή τη ιδιαίτερη μεριά της πέτρινης καθάριας Κρητικής γης και να απόλαυσες αυτό που μόνο όσοι έχουμε σταθεί εκεί ξέρουμε πως μοιάζει.

*****

Δεν ήξερα σχεδόν τίποτα για τη ζωή του Νίκου έξω από τη φιλιά μας. Ο Νίκος δεν έκανε mix and match τις ιστορίες του. Αυτός ήταν ο Νίκος

Και μεταξύ μας δε μιλάγαμε πολύ. Και όταν μιλάγαμε συνήθως λέγαμε χαζά αστεία.

Και έτσι κατέληξα να εκτιμώ εκείνες τις σιωπές μας. Και τη αβίαστη σύμπνοια που απέπνεαν εκείνες οι σιωπές.

Αναρωτιόμουνα αν ο Νίκος θεωρούσε ότι είμαι σε κάποιο μικρό βαθμό σημαντικός για εκείνον. Σε σχέση δηλαδή με το πόσο σημαντικός ήταν εκείνος για μένα. Ο Νίκος μπήκε στη ζωή μου σε μα δύσκολη συγκυρία. Σε μια φάση που η μοναξιά και η απογοήτευση είχε τυλίξει τα πάντα. Μπήκε στη ζωή μου σε μια φάση που δεν ήθελα κανένας να μπει στη ζωή μου. Και τα κατάφερε όχι μονο να μπει αλλά και να μείνει ο άτιμος. Κι αυτό γιατί από την αρχή έλαβα από εκείνον αυτή τη σιωπηλή αποδοχή που ήταν η αύρα του.

Σε ένα κόσμο που όλοι κρίνουν και ψάχνουν αφορμές να προσβληθούν, ο Νίκος δεν έκρινε. Κι όμως, δεν ήταν απαθής. Μπορούσε να ξεχωρίσει τις μαλακίες. Αλλά με κάποιο τρόπο κατάφερνε να είναι άτρωτος μπρος στη κακία των ανθρώπων. Δε ξέρω πως το έκανε, αλλά το έκανε καλά.

Σε ένα κόσμο που όλοι θέλουν να ακουστούν κα κανένας δεν ενδιαφέρεται να ακούσει, ο Νίκος άκουγε με προσοχή. Σε ένα κόσμο που όταν μιλάς στους ανθρώπους εκείνοι απλά σκέφτονται τι θα πουν μετά, ο Νίκος άκουγε, περίμενε να τελειώσεις και μετά δεν έλεγε τίποτα.

*****

Ήταν καλύτερος από εμένα σε ότι έκανε ο Νίκος. Δεν έμοιαζε πάντα να το αντιλαμβάνεται. Εγώ όμως που πάσχιζα να ακολουθήσω το ρυθμό του ήξερα.

Ήταν τρομερά ταλαντούχος. Στα βουνά και στα βράχια ήταν μαέστρος της κίνησης. Χαιρόσουν να τον βλέπεις να σκαρφαλώνει. Είχε πάντα ακρίβεια και έλεγχο. «Μα δε δυσκολεύεται ποτέ ο κερατάς;» σκεφτόμουν όταν τον παρατηρούσα. Μπορούσε να κάνει τα πάντα χωρίς προπόνηση. Έμπαινε και τα έκανε. Απλά. Μερικές φορές έμοιαζε να εκπλήσσεται με τον εαυτό του.

Εγώ όμως ήξερα.

Και είχε το τρόπο του. Το δρόμο του. Ήταν πάντα λίγο έξω από όλα. Και πάντα αυτάρκης. Με ένα τρόπο κοσμοκαλόγερος ήταν ο Νικολάκης. Μόνιμα στη δική του εσωτερική νηστεία και προσευχή. Μπορεί να περπατούσαμε ώρες ατέλειωτες μέχρι εξάντλησης και μετά να  καθόταν κάτω στις πέτρες και να έτρωγε ένα παξιμάδι και μια ντομάτα και αυτό να ήταν το βραδινό του. Στα 10 χρονιά που τον ήξερα το Νίκο μια φορά δέχτηκε να φάει κάτι που του πρόσφερα. Και εγώ, παρότι ήξερα ότι δεν θα πάρει ποτέ φαγητό από εμένα (ή από όποιον άλλο), λίγο για να τον πειράξω δε σταμάτησα ποτέ να του προσφέρω.

Έτσι για του λέω κάθε φόρα «θέλεις ρε;» να μου απαντάει κάθε φορά «μπάαααα» σηκώνοντας ελαφρά το χέρι σε άρνηση.

Με έσπρωχνε να πέτυχω περισσότερα ο Νικος. Με έσπρωχνε να ξεπεράσω τους φόβους μου και αυτά που με σταματούσαν. Όταν τον έβλεπες να τα κάνει τόσο απλά έλεγες δε μπορεί… δεν είναι τόσο δύσκολο. Δεν είναι τόσο τρομαχτικό όσο νομίζω.

Ποιος θα με σπρώχνει τώρα ρε Νικολάκη;

Δεν είχα πολλούς φίλους πέρα από το Νικολάκη. Και η ζωή μου τώρα είναι πιο φτωχή.. Και ξέρω ότι θα έρθει αυτή  στιγμή, αυτή η Τετάρτη ή Πέμπτη που θα με πνίγουν οι τοίχοι του γραφείου και αρχίσω να τρώγομαι θα και θα ανοίξω το viber για να του στείλω μήνυμα και τον ρωτήσω που θα πάμε το ΣΚ να τυραννηθούμε.

Και ο Νίκος δε θα είναι εκεί. Και εγώ δε θα είμαι εκεί στη βάση του βράχου για να ελέγξω το κόμπο του και να του πω «σκαρφάλωνε». Και η ζωή μας θα είναι πιο φτωχή. Και το συμπάν θα είναι πιο φτωχό. Αφόρητα πιο φτωχό.

Για πάντα.

Leave a Reply