Ζωντανος

Αυτό το blog γνωρίζει πυρετό δραστηριότητας όμως όλα τα κείμενα μισογράφονται μέσα στο μυαλό μου και μένουν εκεί. Όλο «γράφω» αλλά τελικά τίποτα δε περνάει στην οθόνη, γιατί ποτέ δεν έχω το χρόνο να κάτσω ήρεμος μπροστά στο πληκτρολόγιο.

Αυτή η έλλειψη ήρεμου χρόνου είναι και ο λόγος που δεν βάζω εμπρός το επόμενο βιβλίο μου, παρότι υπάρχει μια θύελλα ιδεών να στριφογυρίζει μέσα στο κεφάλι μου. Όμως κι αυτό από μόνο του είναι όμορφο. Επιθυμώ και ταυτόχρονα είμαι ακόμα ικανός να κατεβάζω ιδέες.  Έχω μπει σε αυτό το δημιουργικό νοητικό χώρο που τις ιδέες τις αφουγκράζομαι τη στιγμή που γεννιούνται και τις προωθώ στο εργοστάσιο του νου  ώστε να μετασχηματιστούν από σκόρπιες παρατηρήσεις σε δημιουργικά εναύσματα. Αυτό είναι από μόνο του ένα όροσημο στη διαδικασία της βιβλιογεννησης. Είναι μια στιγμή που αναβιώνω τη αίσθηση της δημιουργικής επίγνωσης και διυλίζω τις σκέψεις μου μέσα από αφηγηματικό φίλτρο.

Υπάρχεί όμως και εκείνο το έργο που έχει ήδη ολοκληρωθεί κα ταξιδεύει εκεί έξω. Με εκεινο και την πορεία που διαγράφει, είμαι πολύ πολύ  μπερδεμένος.  Όντας αρχάριος σε αυτού του είδους την έκθεση, δε ξέρω πως να διαχειριστώ τη αιχμηρή σιωπή που κομίζει η απουσία του αναγνώστη. Πολλοί έσπευσαν να προμηθευτούν το «Λαμπαδογένη» . Όμως μοιάζει σαν κανείς (πλην ελαχίστων που δηλωσαν παρόντες νωρίς νωρίς) να μη θέλει -ή να μη μπορεί- να τον διαβάσει.

Και άραγε τι σημαίνει αυτό;

Μήπως ο απών αναγνώστης ξεκινάει την ανάγωνση αλλά το κείμενο δεν τον κερδίζει και το εγκαταλείπει; Μήπως το τραβάει μέχρι τέλους αλλά σχηματίζει αρνητική άποψη, και άρα δε μου λέει ποτέ τίποτα για να μη με στεναχωρήσει; Μήπως ο απών αναγνώστης, είναι απών γενικότερα, και ο κόσμος εχει χασει πιά την ικανότητα να διαβάζει ; Μήπως ο κόσμος διαβάζει , αλλά δε διαβάζει ειδικά βιβλία σαν κι αυτό;

Είναι δύσκολή η πλοήγηση του δημιουργού μέσα στη θάλασσα της σιωπής και της απροθυμίας.

Έχω μια ιστορία να σας πω, μα κανείς δε μοιάζει να θέλει να την ακούσει.

Ούτε οι αναγνώστες, ούτε οι εκδότες, ούτε οι βιβλιοπώλες, ούτε οι κριτικοί και οι κλειδοκράτορες του νεοελληνικού λογοτεχνικού βασιλείου.

Κι όμως. Ως προς την αξία του «Λαμπαδογένη» διατηρώ μια άσβεστη, ακλόνητη πίστη. Όχι από υπέρμετρη αυτοπεποίθηση. Όποιος με γνωρίζει ξέρει ότι είμαι ένοχος πολλών αμαρτημάτων αλλά η αλαζονία δεν είναι ένα από αυτά.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πίστη μου εδράζεται στα θεμέλια του ίδιου του έργου. Στο γεγονός ότι το έγραψα για να ικανοποιήσει έμενα και μόνο εμένα. Και ως τέτοιο, το έργο έχει εκπληρώσει το σκοπό του.

Η δυσκολία με τη σιωπή που περιβάλει το Λαμπαδογένη έγκειται στο γεγονός ότι δυσκολεύομαι να εντοπίσω εκείνους του άλλους «που είναι σαν εμένα». Και που θεωρούσα ότι υπάρχουν και θα θελήσουν να διαβάσουν και να νιώσουν κάτι από αυτό που ένιωσα εγώ. Και που συνέπεια η απουσία τους σημαίνει τελικά ότι «κανείς δεν είναι σαν κι εμένα».

Κι έτσι εισέρχεται άλλο ένα επίπεδο στην ήδη πολύπλευρη μοναξιά μου. Άλλο ένα κυβάκι στη πυραμίδα που απαρτίζουν όλα τα «δεν ανήκεις».

Κι ωστόσο, είναι καλές αυτές οι μέρες. Και μιας και αυτό το blog έχει σταθερά μια μελαγχολική υπαρξιακή χροιά, λέω να καταγράψω έστω και με ένα ανούσιο self absorbed κρεσέντο, αυτή την όμορφή αίσθηση του “happy to be alive” που κυλάει στις φλέβες μου το τελευταίο διάστημα.

Κατ’ αρχήν είναι κάπως απρόσμενο αυτό να συμβαίνει τώρα. Είμαι πάλι εν μέσω ενός πολύ πεισματάρικου τραυματισμού στον ώμο που δε με αφήνει να κάνω αυτά που θέλω. Μου έχει λείψει πολύ το σκαρφάλωμα και ανυπομονώ να γινώ καλά για να αγγίξω και πάλι βράχο, όμως ο ώμος δεν μου κάνει τη χάρη (παρένθεση- δε μπορούσα να αφήσω την ευκαιρία να γραψω «όμως ο ωμός», να πάει χαμένη). Κανονικά αυτός ο περιορισμός θα με έριχνε ψυχολογικά στα τάρταρα. Όμως για κάποιο λόγο «αντέχω».

Η πηγή της χαράς μου σιγουρά εντοπίζεται στη επιστροφή στη φύση και τις μοναχικές βόλτες . Από τη μία χειμερινά πρωινά στο «κτήμα» μου. Όλες αυτές οι ηλιόλουστες παγωμένες πρωινές βόλτες , με τον ήλιο μόλις να έχει σηκωθεί και να αδημονεί να ακουμπήσει τα πάντα. Αλλά και τη βραδινή παγωνιά να αρνείται να αποτραβηχτεί.

Και τη συνάντηση των δυο τους, ήλιου και παγωνιάς, πάνω στους κρυστάλλους της πάχνης. Και τη συνομιλία τους, που καταλήγει στη γέννηση μυριάδων μικροσκοπικών ουράνιων τόξων, αθέατων στο μάτι. Κάθε φύλλο μολόχας, κάθε λεπίδα γρασιδιού, καλυμμένη με αμέτρητα πρίσματα. Και εγώ να διασχίζω αυτή τη θάλασσα με τα αθέατα θαύματα, χωρίς να γνωρίζω τι συντελείται κάτω από τα σόλες των παπουτσιών μου. Μέχρι να σταματήσω και να σκύψω προς το έδαφος και να ακουμπήσω τη πάχνη. Και να καταλάβω.

Και μέχρι ο ήλιος να κερδίσει τη μάχη και να σκοτώσει τις σταγόνες και τις σηκώσει στον αέρα μέχρι την επόμενη νύχτα να ξαναγέννηθούν κα να με συναντήσουν το επόμενο πρωί.

Σύντομη αυτή η εποχή. Όπως και η χαρά, – ίσως; Ποιος ξέρει. Εγω διακαώς επιθυμώ να κρατήσει λίγο ακόμα. Δε θέλω να παραμερίσει η φρεσκάδα και το πρωινό δάγκωμα του βοριά που μου θυμίζει ότι είμαι ζωντανός.

Και μου αρέσει να είμαι.

Δε ξέρω γιατί με κάνει τόσο χαρούμενο ο χειμώνας και το κρύο, και το «κτήμα» μου. Να είμαι εκεί και να ακούω τα κοτσύφια, και να νιώθω το κρύο να διαπερνά το κορμί μου και ο ήλιος να το ζεσταίνει και να συντελείται αυτή η πάλη πάνω στο δέρμα μου.

Νιώθω. Και η ύπαρξη δεν είναι φορτίο, δεν είναι βάρος. Δεν σκέφτομαι «better never to have been». Σκέφτομαι «θέλω κι άλλο από αυτό».

Και μετά είναι και η κρύα θάλασσα.

Και η εξερεύνηση στα λευκά βράχια δίπλα στο νερό. Με τη φουρτουνιασμένη θάλασσα που μόνο ο νοτιάς μπορεί να αγριεύει με τέτοιο τρόπο. Αυτό το υπερθέαμα που είναι το δικό μου μυστικό και συναντάται μόνο σαν κρεμάσει η Σαχάρα τις Φλεβαρίσιες κουρτίνες της πανω απο τον Αττικό ουρανό.

Και αυτή η ενόρμηση να βουτήξεις μέσα στο αφρό και να παλέψεις χωρίς ελπίδα ως ότου να πνιγείς . Τρόμος αρχέγονος και παράλογη επιθυμία ταυτόχρονα. Τόσο παράξενο.

Αυτού του είδους η εξερεύνηση και το χειμερινό κολύμπι μου φέρνει στο μυαλό το Νίκο. Μόνο αυτός καταλάβαινε αυτές τις βλακείες. Ή μάλλον κι άλλοι τις καταλαβαίνουν, αλλά μόνο αυτός μπορούσε να τις βιώσει ως φίνες απολαύσεις. Ένιωθε τη ομορφιά της σόλο εκτεθειμένης σιωπηλής εξερεύνησης χωρίς σκοπό και στόχο. Αυτή τη παιδική άσκοπη περιπλάνηση γεμάτη δίψα αλλά άδεια από προσδοκίες ή δόξα. Που είναι λίγο η εξερεύνηση και λίγο η φαντασίωση μιας περιπέτειας και λίγο ρίσκο πραγματικό πάνω από την τρομερή αφρισμένη απεραντοσύνη.

Όπως εδώ μέσα, καλή ώρα.

Leave a Reply