Τις αγαπούσε τις κίσσες και τους κοράκους ο Κατράρης γιατί ήταν ζωντανά σοφά και τα έλεγε ωραία ο νους τους και πάντα κάτι είχε να μάθει από δαύτα ειδικά σε μέρη που έκαιγε του πολέμου το καμίνι. Γιατί σε τέτοια μέρη, οι κοράκοι και οι κίσσες ετρώγανε τα μάτια και τις γλώσσες και τα μυαλά των ανθρώπων και έτσι μπορούσαν να βλέπουνε λίγο σαν άνθρωποι και να μιλάνε λίγο σαν άνθρωποι και γενικά να συλλογίζονται σαν άνθρωποι, χωρίς όμως να κινδυνεύουν ποτέ να γίνουν ολότελα σαν κι εκείνους. Κι έτσι, από τις κίσσες και τους κοράκους, μπορούσε κανείς να μάθει για τους ανθρώπους πιο πολλά από όσα ήξεραν και οι ίδιοι για του λόγου τους.
Η Άλωση όπως δεν ειπώθηκε ποτέ
Νοέμβριος 1452. Μια βενετική εμπορική γαλέρα βυθίζεται στον Βόσπορο, επιστρέφοντας από τη Μαύρη Θάλασσα. Τρεις μυστηριώδεις επιβάτες της βρίσκουν καταφύγιο στην Κωνσταντινούπολη, λίγο προτού αυτή σφραγίσει τις πύλες της μπροστά στις ορδές του σουλτάνου Μωάμεθ.
Ο Λαμπαδογένης ακολουθεί την ξεχωριστή διαδρομή τους, καθώς εκείνοι παλεύουν να επιβιώσουν και να φωτίσουν το μυστήριο που τους ενώνει.

Αντλώντας από τις ιστορικές πηγές και ξετυλίγοντας τα γεγονότα όπως τα καταγράφουν οι χρονικογράφοι της Άλωσης αλλά και οι λαϊκές δοξασίες, η συναρπαστική ιστορία του Λαμπαδογένη εξερευνά τις τελευταίες ώρες της Βασιλίδας των Πόλεων.
Η μνήμη και η ταυτότητα, η ελεύθερη βούληση και το πεπρωμένο, η φύση του χρόνου και της πραγματικότητας ξεδιπλώνονται σε ένα μεταφυσικό παραμύθι, όπου η ιστορία συναντά το μυστήριο, συνθέτοντας ένα έπος χαρακτήρων και αντιηρωισμού — με κύριο πρωταγωνιστή τη ρωμαίικη Κωνσταντινούπολη στις ύστατες στιγμές της
Ένα συναρπαστικό γοτθικό παραμυθι όπου η ιστορία και η φιλοσοφία μπερδεύονται με τη μεταφυσική κι ο Ουμπέρτο Έκο συναντάει τον Τολκιν στους δρόμους της Πόλης που πέφτει μ’ ένα βροντο και ένα λυγμο.
Δημήτρης Χάλκος
Καθηλωτικό. Δεν έχετε διαβάσει ποτέ κατι παρόμοιο.
Αιμίλιος Ζούτς

Έχετε σχόλια, προτάσεις ή ερωτήσεις;
Επικοινωνηστε μαζί μας στο: lampadogenis@gmail.com